Oι βιομηχανικές και οικιακές δραστηριότητες κάνουν μεγάλη χρήση καυσίμων. Aυτές οι καύσεις προκαλούν την εκπομπή στην ατμόσφαιρα διοξειδίου του θείου (SO2) το οποίο οφείλεται στην παρουσία ορισμένων ποσοτήτων θείου μέσα στα καύσιμα, καθώς και σωματιδίων άνθρακα και υδρογονανθράκων πολύ ρυπαντικών για την ατμόσφαιρα και τοξικών για την ανθρώπινη υγεία. Δεδομένου ότι μερικές από τις πιο εκβιομηχανισμένες περιοχές της Eυρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε συνοριακές ζώνες, το διοξείδιο του θείου και τα αιωρούμενα σωματίδια μεταφέρονται από μια περιοχή της EE στην άλλη κατά την κατεύθυνση του αέρα. Έπρεπε λοιπόν τα ευρωπαϊκά κράτη να δράσουν συγχρόνως για να προλάβουν την ατμοσφαιρική ρύπανση και συγχρόνως να προλάβουν τις επιδράσεις στη λειτουργία της κοινής αγοράς λόγω εμποδίων στις συναλλαγές των καυσίμων και στον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν αυτά τα καύσιμα. Για να επιτευχθούν και να διατηρηθούν οι ποιοτικοί στόχοι για την ατμόσφαιρα, χρειάζεται, βέβαια, ολόκληρη πανοπλία μέτρων.
Η οδηγία για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη [Οδηγία 2008/50] θεσπίζει μέτρα που έχουν ως στόχο:
1. τον προσδιορισμό και καθορισμό των στόχων για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, ώστε να αποφεύγονται, να προλαμβάνονται ή να μειώνονται οι επιβλαβείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και στο σύνολο του περιβάλλοντος·
2. την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα στα κράτη μέλη βάσει κοινών μεθόδων και κριτηρίων·
3. τη συγκέντρωση πληροφοριών όσον αφορά την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, ώστε να διευκολυνθεί η καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των οχλήσεων καθώς και η παρακολούθηση των μακροπρόθεσμων τάσεων και βελτιώσεων που προκύπτουν από τα εθνικά και ευρωπαϊκά μέτρα·
4. την εξασφάλιση της διάθεσης αυτών των πληροφοριών σχετικά με την ποιότητα του αέρα στο κοινό·
5. τη διατήρηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα, όταν είναι καλή, και τη βελτίωσή της στις άλλες περιπτώσεις· και
6. την προαγωγή μεγαλύτερης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Μια μεγάλη πηγή ρύπανσης της ατμόσφαιρας την οποία καταπολεμά η Kοινότητα είναι τα αέρια που προέρχονται από τους κινητήρες των οχημάτων. Oι πρωτογενείς αέριοι ρύποι, όπως είναι τα οξείδια του αζώτου, οι άκαυτοι υδρογονάνθρακες, τα αιωρούμενα σωματίδια, το μονοξείδιο του άνθρακα, το βενζόλιο καθώς και άλλα τοξικά καυσαέρια που συμβάλλουν στη δημιουργία δευτερογενών ρύπων, όπως το όζον, εκπέμπονται σε σημαντικές ποσότητες μέσω των καυσαερίων και των αερίων εξάτμισης των μηχανοκινήτων οχημάτων, εκθέτοντας σε ιδιαίτερο κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα. Tο μονοξείδιο του άνθρακα που προέρχεται από την ατελή καύση οργανικών ουσιών που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα ήταν ο πρώτος στόχος λόγω των επιβλαβών επιδράσεών του στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον. Στα πλαίσια της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς [βλ. το τμήμα 6.1], ένα ενιαίο πλαίσιο για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους θεσπίστηκε το 1970 και αναδιατυπώθηκε το 2007 [Οδηγία 2007/46, τροπ.τελευταία από κανονισμό 195/2013, βλ. το τμήμα 17.3.7]. Κανονισμοί της ΕΕ καθορίζουν πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα [Κανονισμός 443/2009, τροπ.τελευταία από κανονισμό 397/2013] και από καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα [Κανονισμός 510/2011] ταξινομούμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας την εν μέρει υλοποίηση της ολοκληρωμένης προσέγγισης για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι τεχνικές απαιτήσεις κατά της ρύπανσης του αέρα από τα μηχανοκίνητα οχήματα, τις οποίες καθορίζουν δύο κανονισμοί: ένας όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) [Κανονισμός 715/2007]· και ο άλλος όσον αφορά τις εκπομπές των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων (ευρώ VI) [Κανονισμός 595/2009, τροπ.τελευταία από κανονισμό 582/2011]. Οι κανονισμοί αυτοί ορίζουν επίσης κανόνες για τη συμμόρφωση εν χρήσει, την ανθεκτικότητα των διατάξεων ελέγχου της ρύπανσης, των συστημάτων διάγνωσης επί του οχήματος (OBD), τη μέτρηση της κατανάλωσης καυσίμων και την πρόσβαση στις πληροφορίες επισκευής και συντήρησης του οχήματος.
Μια νέα οδηγία, που αντικατέστησε διάφορες προηγούμενες, καθορίζει για λόγους υγείας και περιβάλλοντος τεχνικές προδιαγραφές για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στα οχήματα με κινητήρα επιβαλλόμενης ανάφλεξης και στα οχήματα με κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση [Οδηγία 98/70, τροπ.τελευταία από οδηγία 2011/63]. Αυτή η οδηγία καθορίζει επίσης στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σύμφωνα με την προσπάθεια της ΕΕ για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής [βλ. παρακάτω]. Μια άλλη οδηγία καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες μεταφορών με παραχώρηση ή άδεια από τις δημόσιες υπηρεσίες λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις που αφορούν την κατανάλωση ενέργειας και το περιβάλλον καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του οχήματος, συμπεριλαμβανομένης της κατανάλωσης ενέργειας και των εκπομπών CO2 και ορισμένων ρύπων, όταν αγοράζουν οχήματα οδικών μεταφορών, με σκοπό την προώθηση και την τόνωση της αγοράς του τομέα των καθαρών και ενεργειακώς αποδοτικών οχημάτων και τη βελτίωση της συμβολής του τομέα των μεταφορών στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον, το κλίμα και την ενέργεια [Οδηγία 2009/33].
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο ανάπτυξης των Συστημάτων Ευφυών Μεταφορών (ITS) στον τομέα των οδικών μεταφορών και των διεπαφών με άλλους τρόπους μεταφοράς επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να συμβάλλει στη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων, της απόδοσης, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής, συνδυάζοντας τις τηλεπικοινωνίες, τις τεχνολογίες ηλεκτρονικής και πληροφοριών με την τεχνική των μεταφορών [Οδηγία 2010/40, βλ. εισαγωγή στο κεφάλαιο 20].
Άλλες οδηγίες ορίζουν μέτρα για την πρόληψη και τη μείωση των μολύνσεων από: τον αμίαντο [Οδηγία 87/217]· τους πετρελαιοκινητήρες των γεωργικών τρακτέρ [Οδηγία 77/537]· τα καύσιμα των πλοίων [Οδηγία 2005/33]· τους κινητήρες εσωτερικής καύσης τοποθετημένους σε μη οδικά κινητά μηχανήματα [Οδηγία 97/68, τροπ.τελευταία από οδηγία 2012/46]· τις μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης [Οδηγία 2001/80, αντικατασταθείσα από οδηγία 2010/75]· τις τερματικές εγκαταστάσεις στους σταθμούς καυσίμων [Οδηγία 94/63]· και τη χρήση διαλυτικών υγρών σε ορισμένες δραστηριότητες ή εγκαταστάσεις [Οδηγία 1999/13, αντικατασταθείσα από οδηγία 2010/75].
Η ευρωπαϊκή διαδικασία χρησιμεύει επίσης στην εφαρμογή της σύμβασης της Γενεύης για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση [Σύμβαση και απόφαση 81/462 και Πρωτόκολλο], ιδίως όσον αφορά το πρόγραμμα συνεχούς παρακολούθησης και αξιολόγησης της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Eυρώπη (EMEP) [Πρωτόκολλο και απόφαση 86/277]. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα/Ένωση συμμετέχει επίσης στη σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους [Σύμβαση και απόφαση 2006/507].
Προσπάθειες της ΕΕ για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής
Ενώ είναι ρυπαντικό στη χαμηλή ατμόσφαιρα (τροπόσφαιρα) με δυσμενείς επιδράσεις στη βλάστηση, στα οικοσυστήματα και γενικά στο περιβάλλον, το όζον είναι ένα φυσικό στοιχείο στην υψηλή ατμόσφαιρα (στρατόσφαιρα), παραγόμενο με φωτοχημική αντίδραση. H στιβάδα του όζοντος στη στρατόσφαιρα είναι ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα, γιατί φιλτράρει ένα μεγάλο μέρος των υπεριωδών ακτινών του ήλιου. H μείωση αυτής της στιβάδας μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αύξηση των περιπτώσεων καρκίνου του δέρματος και σημαντικές ζημιές στη γεωργία του πλανήτη. Oι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CΟ2) και χημικών ουσιών όπως οι χλωροφθοράνθρακες (CFC) και τα halons συμβάλλουν στη δημιουργία του «φαινομένου θερμοκηπίου» και στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου χρειάζονται συντονισμένες ενέργειες σε διεθνές επίπεδο. Γι' αυτόν τον λόγο η Eυρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε τη σύμβαση της Βιέννης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος και το πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, που αποβλέπουν στη σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων αερίων στην ατμόσφαιρα, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι διαταραχές του κλιματικού συστήματος [Απόφαση 88/540]. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το πρωτόκολλο αυτής της σύμβασης σχετικά με τον έλεγχο των ουσιών που πτωχαίνουν τη στιβάδα του όζοντος, το οποίο υπογράφτηκε στο Mόντρεαλ, το 1987 και τροποποιήθηκε πολλές φορές έκτοτε [EE L 33/1994 και EE L 72/2002]. Ένας ευρωπαϊκός κανονισμός αποσκοπεί στην υλοποίηση των δεσμεύσεων που συμφωνήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη του πρωτoκόλλoυ του Μόντρεαλ και στοχεύει να συμβάλλει στην επιτάχυνση της διαδικασίας βελτίωσης της κατάστασης της στιβάδας του όζοντος [Κανονισμός 1005/2009].
Κατά τη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη (Earth Summit), που έγινε στο Ρίο Ιανέιρο από τις 3 έως τις 14 Ιουνίου 1992, η Κοινότητα και όλα τα κράτη μέλη της υπέγραψαν τη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (ΣΠΗΕΚΜ). Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επικύρωσε τη σύμβαση-πλαίσιο το 1993 [Απόφαση 94/69]. Ο κύριος στόχος της ΣΠΗΕΚΜ και του πρωτοκόλλου του Κιότο, το οποίο θέτει υποχρεωτικά όρια στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου για τους συμμετέχοντες, είναι να επιτευχθεί, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης, η σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε επίπεδα που να αποτρέπουν την επικίνδυνη ανθρωπογενή παρέμβαση στο σύστημα κλίματος του πλανήτη. 192 χώρες έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δέχτηκε τις δεσμεύσεις του πρωτοκόλλου του Κιότο [Απόφαση 2002/358] και όλα τα κράτη μέλη της το έχουν επικυρώσει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υπογράψει και τη Σύμβαση και το πρωτόκολλο, αλλά η κυβέρνηση Μπους δεν επικύρωσε το πρωτόκολλο του Κιότο, ώστε να μη δεχθεί δεσμευτική υποχρέωση να μειώσει τις αμερικανικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου.
Το Πρωτόκολλο του Κιότο θέτει νομικά δεσμευτικούς στόχους ώστε έως το 2008-2012 οι βιομηχανικές χώρες να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ως προς συγκεκριμένο έτος αναφοράς (1990), υπολογίζοντας το μέσο όρο των προαναφερόμενων ετών. Τα εν λόγω 5 έτη είναι γνωστά ως πρώτη περίοδος υποχρεώσεων. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, το Πρωτόκολλο προβλέπει διάφορα μέσα, όπως: ενίσχυση ή θέσπιση εθνικών πολιτικών μείωσης των εκπομπών (αύξηση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας, προώθηση των βιώσιμων μορφών γεωργίας, ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κ.ά.)· καθώς και μηχανισμούς συνεργασίας με τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, όπως άδειες εκπομπής και από κοινού εφαρμογή. Ενώ τα συμβαλλόμενα κράτη στο παράρτημα Ι της σύμβασης-πλαισίου (εκβιομηχανισμένα κράτη) δεσμεύονται να μειώσουν τις δικές τους εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 5%, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, κατά την περίοδο 2008-2012, η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι είναι υπεύθυνη μόνο για το 14% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ανέλαβε την υποχρέωση να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στο έδαφός της κατά 8% την πρώτη περίοδο ανάληψης υποχρεώσεων.
H στρατηγική μακροχρόνιας ανάπτυξης σεβόμενης το περιβάλλον εντάσσεται πλέον στο έκτο κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον [Απόφαση 1600/2002, βλ. το τμήμα 16.2], η πρώτη προτεραιότητα του οποίου είναι η προσπάθεια για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος χάρη στη μείωση των εκπομπών αερίου θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τους στόχους του πρωτοκόλλου του Κιότο. Το πρόγραμμα «Ευφυής ενέργεια - Ευρώπη», που αποτελεί μέρος του προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (2007-2013), συμβάλλει στην επιτάχυνση της υλοποίησης των στόχων στον τομέα της βιώσιμης ενέργειας [Απόφαση 1639/2006, βλ. το τμήμα 19.1.3]. Η ένταξη των περιβαλλοντικών θεμάτων και της βιώσιμης ανάπτυξης στον ορισμό και την εκτέλεση κοινών πολιτικών είναι κεντρικός παράγων επίτευξης των υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Κιότο. Πράγματι, περιβαλλοντικές διαστάσεις έχουν ήδη αναπτυχθεί στις πολιτικές για τη γεωργία, την ενέργεια και τις μεταφορές.
Για να φέρει σε πέρας τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η ΕΕ σχετικά με το πρωτόκολλο, μια οδηγία καθορίζει εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους, λαμβάνοντας ως έτη αναφοράς το 2010 και το 2020 [οδηγία 2001/81]. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθιερώσει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός του εδάφους της («κοινοτικό σύστημα»), που είναι ένας από τους ευέλικτους μηχανισμούς, οι οποίοι προτείνονται στο πρωτόκολλο, βάσει του οποίου κάθε κράτος μέλος οφείλει να εκδίδει ένα εθνικό σχέδιο που να καταγράφει τα δικαιώματα εκπομπών που προτίθεται να εκχωρήσει σε κάθε ρυπαίνουσα εγκατάσταση [Οδηγία 2003/87]. Το σύστημα επιδιώκει τόσο τη μείωση των παραγόμενων εκπομπών όσο και τη μείωση του κόστους. Βασίζεται στη χορήγηση ποσοστώσεων εκπομπών, στην αγορά αδειών ρύπανσης από επιχειρήσεις που δεν κάλυψαν την ποσόστωσή τους και στην επιβολή προστίμων σε περιπτώσεις κατάχρησης του μηχανισμού αυτού. Από την 1η Ιανουαρίου 2008, κάθε τέτοια εγκατάσταση οφείλει να είναι κάτοχος άδειας χορηγούμενης από τις αρμόδιες αρχές για πενταετή περίοδο. Μια απόφαση θέσπισε ένα μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανά πηγές και ανά δεξαμενές παγίδευσης αερίων του θερμοκηπίου (όπως είναι ιδίως τα δάση, τα οποία αφαιρούν διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα) [Aπόφαση 280/2004].
Μια απόφαση ορίζει την ελάχιστη συμβολή των κρατών μελών στην τήρηση της δέσμευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση, μεταξύ των ετών 2013 και 2020, των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 20%, κανόνες για την υλοποίηση της συμβολής και για την αξιολόγηση της τήρησης της δέσμευσης και διατάξεις για την αποτίμηση και υλοποίηση αυστηρότερης δέσμευσης της ΕΕ για μείωση πέραν του 20%, οι οποίες θα εφαρμόζονται μόλις η ΕΕ εγκρίνει μια σχετική διεθνή συμφωνία για τις κλιματικές αλλαγές [Απόφαση 406/2009]. Ένα κανονιστικό πλαίσιο θεσπίστηκε για τη δέσμευση και αποθήκευση του CO2 σε γεωλογικούς σχηματισμούς (CCS), που συνίσταται στη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, στη μεταφορά του σε τόπο αποθήκευσης και στην έγχυσή του σε κατάλληλους υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς για μόνιμη αποθήκευση [Οδηγία 2009/31].
Ο έλεγχος της ευρωπαϊκής ενεργειακής κατανάλωσης καθώς και η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση ενέργειας και την αυξημένη ενεργειακή απόδοση, αποτελούν σημαντικές συνιστώσες της δέσμης μέτρων που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και για τη συμμόρφωση προς το πρωτόκολλο του Κιότο και προς τις περαιτέρω ευρωπαϊκές και διεθνείς δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μετά το 2012. Ένας στόχος της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» [βλ. το τμήμα 7.3] είναι να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 (ή κατά 30% εάν επιτευχθεί διεθνής συμφωνία), να αυξηθεί κατά 20% το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην τελική ενεργειακή κατανάλωση και να αυξηθεί στο 20% η ενεργειακή απόδοση (στόχοι «20/20/20» ως προς το κλίμα και την ενέργεια).
Γι' αυτούς τους λόγους, η οδηγία 2009/28 θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Θέτει υποχρεωτικούς εθνικούς στόχους για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας και το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές. Αυτοί οι δεσμευτικοί εθνικοί συνολικοί στόχοι είναι σύμμορφοι προς τον στόχο σύμφωνα με τον οποίο το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει το 2020 να ανέρχεται σε τουλάχιστον 20%. Κάθε κράτος μέλος οφείλει να μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών να αντιπροσωπεύει, το 2020, ποσοστό τουλάχιστον 10% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές στο εν λόγω κράτος μέλος. Η οδηγία καθιερώνει κριτήρια βιωσιμότητας του περιβάλλοντος για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά. Επίσης, καθορίζει κανόνες για τη στατιστική μεταβίβαση μεταξύ κρατών μελών, για κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες, τις εγγυήσεις προέλευσης, τις διοικητικές διαδικασίες, την πληροφόρηση και την κατάρτιση και την πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.
Η οδηγία 2009/72, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δηλώνει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργούν με σκοπό την επίτευξη μιας ανταγωνιστικής, ασφαλούς και περιβαλλοντικώς βιώσιμης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας [βλ. το τμήμα 19.2.1]. Η οδηγία 2006/32 για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες επιδιώκει να ενισχυθεί η οικονομικά αποτελεσματική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση στα κράτη μέλη με την παροχή των αναγκαίων ενδεικτικών στόχων καθώς και μηχανισμών, κινήτρων και θεσμικών, χρηματοδοτικών και νομικών πλαισίων για την άρση των υφιστάμενων φραγμών και ατελειών της αγοράς που παρεμποδίζουν την αποδοτική τελική χρήση της ενέργειας [βλ. το τμήμα 19.3.1].
Οι συμφωνίες της Κανκούν του Δεκεμβρίου 2010 αποτελούν ένα σημαντικό περαιτέρω βήμα στην πορεία συγκρότησης συνολικού και νομικώς δεσμευτικού παγκόσμιου πλαισίου δράσης για το κλίμα κατά την περίοδο μετά το 2012. Ενδυναμώνουν το διεθνές καθεστώς για το κλίμα με νέους θεσμούς και πόρους. Τα κύρια σημεία της συμφωνίας της Κανκούν (Μεξικό), τα οποία βασίζονται στη συμφωνία της Κοπεγχάγης του 2009 των χωρών της ΕΕ. Είναι τα ακόλουθα:
παραδοχή, για πρώτη φορά σε έγγραφο του ΟΗΕ, ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη πρέπει να συγκρατηθεί σε λιγότερους από 2°C σε σύγκριση με τη θερμοκρασία που επικρατούσε πριν από τη βιομηχανική εποχή, και καθιέρωση διαδικασίας για τον ορισμό αφενός της χρονολογίας κατά την οποία θα κορυφωθούν οι παγκόσμιες εκπομπές και, αφετέρου, στόχου μείωσης των παγκόσμιων εκπομπών έως το 2050, ενσωματωμένου στη διαδικασία του ΟΗΕ και επιδιώκοντος ενίσχυση της διαφάνειας των δράσεων για την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της προόδου·
επιβεβαίωση της επιδίωξης κινητοποίησης εκ μέρους των αναπτυγμένων χωρών ποσού 100 δις $ ΗΠΑ ετησίως έως το 2020, για τη χρηματοδότηση μέτρων για το κλίμα σε αναπτυσσόμενες χώρες, και συγκρότηση Πράσινου Ταμείου για το Κλίμα, μέσω του οποίου θα διοχετεύεται μεγάλο ποσοστό της χρηματοδότησης·
δρομολόγηση του μηχανισμού «REDD+», με τον οποίο διευκολύνεται η δράση για τη μείωση των εκπομπών από την αποψίλωση και την υποβάθμιση των δασών στις αναπτυσσόμενες χώρες·
συμφωνία να εξεταστεί η συγκρότηση νέων μηχανισμών εμπορίας διοξειδίου του άνθρακα οι οποίοι να μην περιορίζονται στην ανά έργο προσέγγιση·
καθιέρωση σαφούς διαδικασίας για να επανεξεταστεί κατά πόσον επαρκεί ο στόχος της συγκράτησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε λιγότερους από 2°C, συμπεριλαμβανομένης σκέψης για βελτιωμένο στόχο 1,5°C, προς σύναψη το 2015.