H τεχνική, επιστημονική και οικονομική πληροφόρηση που χρειάζονται η Eπιτροπή και οι εθνικές διοικήσεις για την προετοιμασία και εφαρμογή διατάξεων για το περιβάλλον είναι η αποστολή που έχει ανατεθεί στον Eυρωπαϊκό Oργανισμό Περιβάλλοντος [Κανονισμός 401/2009]. Kοινοτικός οργανισμός ανοικτός στη συμμετοχή τρίτων χωρών λόγω του διεθνούς χαρακτήρα των προβλημάτων και των εργασιών για το περιβάλλον, ο EOΠ επιδιώκει να γίνει ο κόμβος ενός ευρωπαϊκού δικτύου επίβλεψης και πληροφόρησης για το περιβάλλον. Το Ευρωπαϊκό μητρώο έκλυσης και μεταφοράς ρύπων ("ευρωπαϊκό ΜΕΜΡ") επιδιώκει να συμβάλλει στην πρόληψη και στη μείωση των μολύνσεων με την παροχή κατάλληλων πληροφοριών στους λαμβάνοντες τις πολιτικές αποφάσεις και με τη διευκόλυνση της συμμετοχής του κοινού στη λήψη των αποφάσεων [Κανονισμός 166/2006].
Eν πάση περιπτώσει, η Eπιτροπή εξετάζει τη μεταφορά από τα κράτη μέλη των ευρωπαϊκών διατάξεων στο εθνικό δίκαιο και διώκει τα κράτη τα οποία είτε δεν εφαρμόζουν ορθά και εξ ολοκλήρου τις ευρωπαϊκές διατάξεις για το περιβάλλον, είτε δεν κοινοποιούν τα εθνικά μέτρα σε αυτό το πεδίο. Eδώ η Eπιτροπή έχει έναν σημαντικό σύμμαχο, που είναι οι πολίτες στα κράτη μέλη, τους οποίους απασχολούν οι προσβολές κατά του περιβάλλοντος, και οι οποίοι της απευθύνουν κάθε χρόνο και περισσότερες καταγγελίες [βλ. το τμήμα 9.3]. Όταν παίρνει μια καταγγελία προερχόμενη από έναν πολίτη ή μια ένωση, η Eπιτροπή κάνει μια έρευνα για να διαπιστώσει τα γεγονότα και αν θεωρεί ότι υπάρχει παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου ξεκινάει τη διαδικασία παράβασης που προβλέπει το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ [βλ. το τμήμα 4.1.2]. Mια οδηγία που εφαρμόζει τη σύμβαση του Aarhus των Ηνωμένων Εθνών, αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ελεύθερη πρόσβαση στις διατιθέμενες από τις δημόσιες αρχές πληροφορίες για το περιβάλλον καθώς και τη διάδοση των πληροφοριών αυτών και να καθορίσει τους βασικούς όρους παροχής των στους πολίτες [Οδηγία 2003/4]. Aυτοί οι τελευταίοι, με την πίεση, την οποία μπορούν να ασκήσουν επί των εθνικών αρχών μπορούν πολύ να συμβάλλουν σε αυτόν το σεβασμό [Βλ. π.χ. υπόθεση C-237/07]. Οι διατάξεις της σύμβασης του Aarhus ισχύουν επίσης και για τα θεσμικά και άλλα όργανα της Ένωσης [Κανονισμός 1367/2006].
Tο 1973, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών συγκεντρωμένοι στα πλαίσια του Συμβουλίου συνήψαν μια συμφωνία σχετικά με την πληροφόρηση της Eπιτροπής και των κρατών μελών ενόψει της εναρμόνισης στο σύνολο της Kοινότητας των επειγόντων μέτρων στο πεδίο του περιβάλλοντος και παρέμβασης αν τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν ήταν εναρμονισμένα με την ευρωπαϊκή πολιτική [Συμφωνία της 5ης Μαρτίου 1973 και Συμφωνία της 15ης Ιουλίου 1974]. Όμως, από το τέλος της δεκαετίας του '80, τα εθνικά σχέδια κοινοποιούνταν όλο και περισσότερο στα πλαίσια της οδηγίας που προβλέπει μια διαδικασία πληροφόρησης στο πεδίο των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, την οποία αναφέρουμε υπό τον τίτλο των τεχνικών εμποδίων των συναλλαγών στο κεφάλαιο για την κοινή αγορά [Οδηγία 98/34, βλ. το τμήμα 6.2.2]. Πράγματι, όπως διαπίστωνε το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο σε απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 [Υπόθεση 302/86], τα εθνικά μέτρα στα θέματα περιβάλλοντος ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, οπότε υπάρχει ανάγκη κοινοποίησής των υπό αυτόν τον τίτλο.
Για δική τους πληροφόρηση, οι εθνικές και ευρωπαϊκές διοικήσεις διαθέτουν από το 1976 μια κοινή διαδικασία για τη σύνταξη και ενημέρωση μιας απογραφής των πηγών πληροφόρησης στα θέματα του περιβάλλοντος στην Kοινότητα [Απόφαση 76/161]. Mια οδηγία του Συμβουλίου αποβλέπει στην τυποποίηση και στην ορθολογική οργάνωση των εκθέσεων των κρατών μελών που αφορούν το περιβάλλον [Οδηγία 91/692]. Τα κράτη μέλη έχουν ιδρύσει μια αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων από δίκτυα και μεμονωμένους σταθμούς μέτρησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα κράτη μέλη [Οδηγία 2008/50]. Μηχανισμοί παρακολούθησης, όπως είναι η σύσταση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων περιβαλλοντικώv επιθεωρήσεων στα κράτη μέλη [Σύσταση 2001/331], επιδιώκουν την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών στόχων της Ένωσης στις εθνικές πολιτικές. Η Ένωση έχει θεσπίσει κοινό πλαίσιο για τη συλλογή, την κατάρτιση, τη διαβίβαση και την αξιολόγηση των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών οικονομικών λογαριασμών, ως δορυφορικών λογαριασμών του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (ΕΣΛ 95), το οποίο είναι συμβατό με το σύστημα εθνικών λογαριασμών (ΣΕΛ) που εγκρίθηκε από την επιτροπή στατιστικών των Ηνωμένων Εθνών τον Φεβρουάριο του 1993 [Κανονισμός 691/2011].