Eνώ οι παραπάνω συμβατικές σχέσεις δεν υπόκεινται στην απαγόρευση της 1ης παραγράφου του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (πρώην άρθρου 81 ΣΕΚ), οι συμβατικές σχέσεις που αναφέρονται παρακάτω απαγορεύονται κατ' αρχήν, αλλά μπορούν να απαλλαγούν από την απαγόρευση. Πράγματι, κατά την 3η παράγραφο του άρθρου 101, η Επιτροπή μπορεί να κηρύξει ανεφάρμοστες τις διατάξεις της 1ης παραγράφου σε ορισμένες συμφωνίες ή κατηγορίες συμφωνιών, οι οποίες συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει. Ένας κανονισμός του Συμβουλίου παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να εκδίδει κανονισμούς σχετικούς με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ (άρθρο 101 § 3 ΣΛΕΕ) σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών [Κανονισμός 2821/71]. Ένας άλλος κανονισμός του Συμβουλίου προβλέπει τους όρους υπό τους οποίους η Eπιτροπή μπορεί με κανονισμό να ανακηρύξει μη εφαρμόσιμες τις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 1, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών [Κανονισμός 19/65].
Η μέθοδος της «απαλλαγής κατά κατηγορίες» μέσω κανονισμού εφαρμόζεται από την Επιτροπή για να απαλλάσσει μια κατηγορία παρόμοιων συμφωνιών των οποίων τα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα θεωρούνται ότι είναι περισσότερα από τα αρνητικά. Aυτοί οι κανονισμοί της Eπιτροπής προσδιορίζουν με σαφήνεια ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών για τις οποίες ισχύει αυτόματα η απαλλαγή που προβλέπεται από το άρθρο 81, παράγραφος 3 της ΣΕΚ (άρθρο 101 § 3 ΣΛΕΕ), υπό τον όρο ότι δεν «στεγανοποιούν» τις αγορές εμποδίζοντας την πρόσβαση και το παράλληλο εμπόριο. Aυτοί οι κανονισμοί είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και σε πολλές περιπτώσεις έχουν θεσπιστεί μάλιστα ειδικά προς όφελος αυτών των επιχειρήσεων.
Σε συνέχεια Πράσινου Βιβλίου και ανακοίνωσης της Επιτροπής για την εφαρμογή των ευρωπαϊκών διατάξεων του ανταγωνισμού στους κάθετους περιορισμούς οι κανονισμοί 17/62 και 19/65 τροποποιήθηκαν προκειμένου να θεσπιστεί μια ενιαία απαλλαγή καλύπτουσα όλες τις κάθετες συμφωνίες [Κανονισμοί 1215/1999 και 1216/1999]. Πράγματι, η γενική απαλλαγή ορισμένων κάθετων συμφωνιών αντικατέστησε τρεις κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορίες ως προς τις συμφωνίες αποκλειστικής διανομής, αποκλειστικής αγοράς και άδειας εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας (franchise). Σύμφωνα με τον «κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορίες», οι κατηγορίες συμφωνιών που μπορεί να θεωρηθούν ότι πληρούν κατά κανόνα τις προϋποθέσεις του άρθρου 101 § 3 της ΣΛΕΕ περιλαμβάνουν κάθετες συμφωνίες για την αγορά ή την πώληση αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον αυτές συνάπτονται μεταξύ μη ανταγωνιζομένων επιχειρήσεων, μεταξύ ορισμένων ανταγωνιζομένων επιχειρήσεων ή από ορισμένες ενώσεις λιανοπωλητών αγαθών και εφόσον το μερίδιο που διαθέτει στη σχετική αγορά ο προμηθευτής και ο αγοραστής δεν υπερβαίνει καθένα το 30%. Πέρα από το κατώτατο αυτό όριο, οι συμφωνίες δεν θεωρούνται κατ' ανάγκην παράνομες, αλλά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επιμέρους εξέτασης [Κανονισμός 330/2010].
Σε «κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς», η Επιτροπή περιγράφει τις κάθετες συμφωνίες που δεν εμπίπτουν κατά κανόνα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 § 1, αποσαφηνίζει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες, περιγράφει τις αρχές σχετικά με την άρση της απαλλαγής κατά κατηγορίες και τη μη εφαρμογή του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες, δίνει οδηγίες για τον τρόπο ορισμού της σχετικής αγοράς και υπολογισμού των μεριδίων αγοράς και περιγράφει το γενικό πλαίσιο ανάλυσης και την πολιτική που ακολουθεί η Επιτροπή για την εφαρμογή της νομοθεσίας σε ατομικές περιπτώσεις κάθετων συμφωνιών.
Έτσι, μια απαλλαγή κατά κατηγορία αφορά τις συμφωνίες εξειδίκευσης, δηλαδή τις συμφωνίες με τις οποίες τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην κατασκευάζουν ορισμένα προϊόντα, ώστε να εξειδικεύονται στην κατασκευή άλλων προϊόντων [Κανονισμός 1218/2010]. Οι συμφωνίες εξειδίκευσης της παραγωγής συντελούν γενικά στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις μπορούν, συγκεντρώνοντας την παραγωγή τους στην κατασκευή ορισμένων προϊόντων, να λειτουργούν κατά τρόπο ορθολογικότερο και να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε καλύτερες τιμές. Οι συμφωνίες για την εξειδίκευση στον τομέα της παροχής υπηρεσιών επιτρέπουν γενικά ανάλογες βελτιώσεις. Υπό τον όρο ότι οι μετέχουσες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν συνδυασμένο μερίδιο αγοράς το οποίο υπερβαίνει το 20% της σχετικής αγοράς, η απαλλαγή αφορά συμφωνίες μονομερούς ή αμοιβαίας εξειδίκευσης ή ακόμη και συμφωνίες κοινής παραγωγής βάσει των οποίων δύο ή περισσότερα μέρη συμφωνούν να παράγουν από κοινού ορισμένα προϊόντα.
Oι καταναλωτές ωφελούνται κατά κανόνα από την αύξηση της σπουδαιότητας και της αποτελεσματικότητας της έρευνας και ανάπτυξης, μέσω της εισαγωγής στην αγορά νέων ή βελτιωμένων προϊόντων ή υπηρεσιών και μέσω της μείωσης των τιμών συνεπεία νέων ή βελτιωμένων διαδικασιών. Γι' αυτό, υπό ορισμένους όρους και τον περιορισμό του μεριδίου αγοράς των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων σε 25%, παρέχεται απαλλαγή κατά κατηγορία σε συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, οι οποίες επιδιώκουν από κοινού έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών ή/και από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων έρευνας και ανάπτυξης [Κανονισμός 1217/2010]. Απαλλαγή παρέχεται επίσης στις συμφωνίες μεταφοράς τεχνολογίας (τη χορήγηση αδειών, εκμετάλλευσης διπλώματος ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας και δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί λογισμικού) που συνάπτονται μεταξύ δύο επιχειρήσεων με τις οποίες επιτρέπεται η παραγωγή των προϊόντων τα οποία αφορά η σύμβαση [Κανονισμός 772/2004]. Οι συμφωνίες αυτές συνήθως βελτιώνουν την οικονομική αποδοτικότητα και προάγουν τον ανταγωνισμό δεδομένου ότι μειώνουν το ενδεχόμενο διπλής έρευνας και ανάπτυξης, αυξάνουν τα κίνητρα για τη διεξαγωγή αρχικής έρευνας και ανάπτυξης, προωθούν την προσθετική καινοτομία, διευκολύνουν τη διάδοση και δημιουργούν ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων.
Oι κανονισμοί τους οποίους αναφέραμε παραπάνω, καθώς και οι κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγορία, τους οποίους αναφέρουμε υπό τους τίτλους των ασφαλειών [βλ. το τμήμα 6.6.2], διάφορων βιομηχανικών τομέων [βλ. το τμήμα 17.3.7], των θαλασσίων μεταφορών [βλ. το τμήμα 20.3.4] και των αεροπορικών μεταφορών [βλ. το τμήμα 20.3.5], επιτρέπουν, υπό ορισμένους όρους, μορφές συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων, οι οποίες είναι οι πιο συνήθεις και οι οποίες δεν περιορίζουν πολύ τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ. Pυθμίζουν τη μεγάλη πλειοψηφία των συμπράξεων που υπάρχουν μέσα στην Ένωση, παρέχοντάς τους ουσιαστική νομική ασφάλεια. H Eπιτροπή μπορεί έτσι να φέρει όλη την προσοχή της στις, συνήθως μυστικές, συμπράξεις, οι οποίες εμποδίζουν πράγματι την ελευθερία του ανταγωνισμού και τις συναλλαγές μέσα στην κοινή αγορά και τις οποίες εξετάζουμε παρακάτω.