Choose language: English French Ελληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Back to search  -  Επόμενη

9.5.  Τα περί δημοκρατικού ελλείμματος της ΕΕ

    Πολλοί επικριτές της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υποδεικνύουν το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» ως λόγο της αδιαφορίας των πολιτών για την Ένωση, υπονοώντας ότι οι πολίτες δεν συμμετέχουν στην κοινοτική διαδικασία λήψης των αποφάσεων, η οποία είναι επομένως μη δημοκρατική και προκαλεί την αποξένωση των πολιτών από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς. Παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η απομάκρυνση των πολιτών από την πολιτική δεν χαρακτηρίζει μόνο την ΕΚ/ΕΕ, αλλά σχεδόν όλες τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, όπου ένα μεγάλο μέρος - αν όχι η πλειοψηφία των πολιτών - απέχουν από τις εθνικές εκλογές. Επιπλέον λησμονούν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν σχεδόν την ίδια επιρροή στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού δικαίου όπως και στη διαμόρφωση του εθνικού δικαίου. Έχουν μια έμμεση επιρροή, μέσω της εκλογής του κόμματος το οποίο σχηματίζει την εθνική κυβέρνηση, η οποία συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων από το Συμβούλιο των υπουργών. Αλλά οι πολίτες συμμετέχουν και άμεσα στη δημοκρατική διαδικασία, δια της εκλογής των βουλευτών, οι οποίοι τους εκπροσωπούν στο Eυρωπαϊκό Kοινοβούλιο, το οποίο έχει όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία, χάρη σε συνεχείς βελτιώσεις που επιφέρουν οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες [βλ. το τμήμα 4.1.3].

    Η αλήθεια είναι ότι οι νομοθετικές εξουσίες και ο έλεγχος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της Επιτροπής έχουν πολύ αυξηθεί σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της ολοκλήρωσης, που είχε μόνο συμβουλευτικό ρόλο στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και που, συνεπώς, το δημοκρατικό έλλειμμα στο ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο που υπήρχε σε εθνικό επίπεδο. Τώρα, χάρη στη Συνθήκη της Λισαβόνας, οι περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού από το Συμβούλιο, που αντιπροσωπεύει τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις των χωρών της Ένωσης, και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που αντιπροσωπεύει άμεσα τους πολίτες της Ένωσης (άρθρο 10 ΣΕΕ) [βλ. τα τμήματα 2.5, 4.1.3 και 4.3]. Συνάγεται ότι το «δημοκρατικό έλλειμμα» είναι ένας ακόμη μύθος που διαδίδεται από τους ευρωφοβικούς κύκλους. Κατά παράδοξο τρόπο, αυτοί οι ίδιοι κύκλοι είναι μεταξύ των πλέον σφοδρών πολέμιων της επέκτασης της διαδικασίας συναπόφασης στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, η οποία θα μπορούσε να εξαλείψει τα κατάλοιπα του δημοκρατικού ελλείμματος.

    Η Συνθήκη της Λισαβόνας (ακολουθώντας το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης) ορίζει για πρώτη φορά τα δημοκρατικά θεμέλια της Ένωσης, τα οποία στηρίζονται σε τρεις αρχές : την αρχή της δημοκρατικής ισότητας, την αρχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας. Δηλώνει ότι σε όλες τις δραστηριότητές της, η Ένωση σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της (άρθρο 9 ΣΕΕ). Η λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι πολίτες εκπροσωπούνται άμεσα στο επίπεδο της Ένωσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και εγγύτερα στους πολίτες (άρθρο 10 ΣΕΕ). Τα θεσμικά όργανα διατηρούν ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών. Πολίτες της Ένωσης, εφόσον αριθμούν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο και είναι υπήκοοι σημαντικού αριθμού κρατών μελών, μπορούν να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών (άρθρο 11 ΣΕΕ).

    Η Συνθήκη της Λισαβόνας επιδιώκει επίσης τον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας της Ένωσης μέσω της ενίσχυσης του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων, εμπνευσμένη και αυτή από τη Συνταγματική Συνθήκη. Όπως ορίζει το άρθρο 12 της ΣΕΕ, τα εθνικά κοινοβούλια συμβάλλουν ενεργά στην καλή λειτουργία της Ένωσης: (α) με το να ενημερώνονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και να τους κοινοποιούνται τα σχέδια νομοθετικών πράξεων της Ένωσης σύμφωνα με το Πρωτόκολλο σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Πρωτόκολλο αρ. 1)· (β) μεριμνώντας ώστε να τηρείται η αρχή της επικουρικότητας σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο Πρωτόκολλο αρ. 2 [βλ. το τμήμα 3.2]· (γ) συμμετέχοντας, στα πλαίσια του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στους μηχανισμούς αξιολόγησης της υλοποίησης των πολιτικών της Ένωσης σε αυτό τον τομέα και συμπράττοντας στον πολιτικό έλεγχο της Ευρωπόλ και στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust (άρθρα 70, 88 και 85 ΣΛΕΕ) [βλ. τα τμήματα 8.1.4 και 8.1.2]· (δ) συμμετέχοντας στις διαδικασίες αναθεώρησης των Συνθηκών (άρθρο 48 ΣΕΕ)· (ε) με το να ενημερώνονται σχετικά με τις αιτήσεις προσχώρησης στην Ένωση (άρθρο 49 ΣΕΕ)· και (στ) λαμβάνοντας μέρος στη διακοινοβουλευτική συνεργασία μεταξύ εθνικών κοινοβουλίων και με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

    Σχετικά με το τελευταίο σημείο, το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου άρ. 1 δηλώνει ότι μια Διάσκεψη κοινοβουλευτικών οργάνων ειδικευμένων στις υποθέσεις της Ένωσης (COSAC) δύναται να υποβάλει οποιαδήποτε εισήγηση κρίνει σκόπιμη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Η διάσκεψη αυτή προωθεί επίσης την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ιδίως μεταξύ των ειδικευμένων επιτροπών τους. Μπορεί επίσης να οργανώνει διακοινοβουλευτικές διασκέψεις σχετικά με συγκεκριμένα θέματα, και ιδίως για τη συζήτηση θεμάτων κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Οι εισηγήσεις της διάσκεψης δεν δεσμεύουν τα εθνικά κοινοβούλια ούτε προδικάζουν τη θέση τους.

    Το άρθρο 10 της ΣΕΕ δηλώνει ότι τα πολιτικά κόμματα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμβάλλουν στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής συνείδησης και στην έκφραση της βούλησης των πολιτών της Ένωσης. Το άρθρο 224 της ΣΛΕΕ προβλέπει τη χρηματοδότηση αυτών των κομμάτων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Ένας κανονισμός αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση ενός σταθερού καθεστώτος για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τη χρηματοδότησή τους από τον κοινοτικό προϋπολογισμό καθώς και για τον καθορισμό ελαχίστων κανόνων δημοκρατικής συμπεριφοράς τους [Κανονισμός 2004/2003]. Σύμφωνα με αυτόν τον κανονισμό, ένα πολιτικό κόμμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να πληροί ορισμένους όρους, όπως ιδίως: να εκπροσωπείται, τουλάχιστον στο ένα τέταρτο των κρατών μελών, από μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή να έχει συγκεντρώσει, τουλάχιστον στο ένα τέταρτο των κρατών μελών, τουλάχιστον 3% των ψηφισάντων σε έκαστο από αυτά τα κράτη μέλη κατά τις τελευταίες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· και να σέβεται τις αρχές στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου.

    Τα εθνικά κοινοβούλια και τα πολιτικά κόμματα, τα οποία δεσπόζουν επ' αυτών, όχι μόνον έχουν λόγο, αλλά συμμετέχουν ενεργά στην πολυεθνική ολοκλήρωση, στα στάδια της εκκίνησης, της ανάπτυξης και του ελέγχου. Δεδομένου ότι η εξέλιξη των κοινών πολιτικών συνεπάγεται λιγότερη ελευθερία δράσης για τις εθνικές πολιτικές, ορισμένα κόμματα μπορεί να αρνηθούν την απώλεια αυτής της ελευθερίας δράσης και, επομένως, μπορεί να εμποδίσουν ή να επιχειρήσουν να εμποδίσουν την κοινή δράση. Μπορούν ακόμη, εάν βρίσκονται στην κυβέρνηση, να αποκλείσουν το κράτος τους από τη διαδικασία ολοκλήρωσης. Αυτή η τελευταία επιλογή γίνεται πιο δύσκολη σε πιο προχωρημένα στάδια της ολοκλήρωσης, όταν οι οικονομικοί παράγοντες και οι πολίτες γενικά κινδυνεύουν να απολέσουν, σε περίπτωση απομόνωσης, τις ευκολίες και τις ελευθερίες δράσης, τις οποίες είχαν αποκτήσει μέσα στην μεγάλη αγορά ενός ολοκληρωμένου συνόλου κρατών [βλ. το τμήμα 1.1.2]. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι σχεδόν όλα τα μεγάλα κόμματα στη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών διάκεινται ευνοϊκά προς των Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υπάρχει ελάχιστη έως μηδαμινή διαφοροποίηση μιας εθνικής συμπεριφοράς ως προς τις ευρωπαϊκές πολιτικές, όταν υπάρχει αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και επομένως της κυβέρνησης ενός κράτους μέλους. Αντί, λοιπόν, να εμφανίζει κάποια δυσπιστία ως προς τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η εμπειρία αποκαλύπτει μια εκπληκτική πολιτική σύμπνοια ως προς τους κύριους στόχους των κοινών πολιτικών, που την χαρακτηρίζουν.

    Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που προσαρτάται στη Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως και στη Συνταγματική Συνθήκη), εάν οι αιτιολογημένες γνώμες που κρίνουν ότι σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν τηρεί την αρχή της επικουρικότητας αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνόλου των ψήφων που έχουν τα εθνικά κοινοβούλια (ή μόνον το ένα τέταρτο των ψήφων όταν πρόκειται για σχέδιο νομοθετικής πράξης που αφορά τον χώρο της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης), το σχέδιο επανεξετάζεται. Μετά την επανεξέταση αυτή, η Επιτροπή ή το όργανο από το οποίο προέρχεται το σχέδιο νομοθετικής πράξης, μπορεί να αποφασίσει να διατηρήσει, να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο. Εάν επιλέξει να διατηρήσει την πρότασή της, η Επιτροπή οφείλει να εξηγήσει, σε αιτιολογημένη γνώμη, τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι η πρόταση νομοθετικής πράξης συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας και εναπόκειται στον νομοθέτη (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο) να κρίνει τη συμβατότητα της νομοθετικής πρότασης με την αρχή της επικουρικότητας.

    Υπάρχουν όμως ορισμένα όρια στον εκδημοκρατισμό της λειτουργίας της Ένωσης που δεν πρέπει να ξεπεραστούν για να μην πέσει αυτή στις παγίδες του λαϊκισμού που στήνουν οι ευρωσκεπτικιστές. Αυτή είναι ιδιαίτερα η περίπτωση των δημοψηφισμάτων σχετικά με την επικύρωση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο, ο τρόπος κατά τον οποίο οργανώθηκαν τα δημοψηφίσματα αυτά στο παρελθόν δεν ήταν δημοκρατικός από πολλές απόψεις. Πρέπει, πρώτα απ' όλα να πούμε ότι είναι πολύ ασύνηθες να υπόκειται μια Συνθήκη σε δημοψήφισμα για την επικύρωσή της. Οι Συνθήκες γενικά διαπραγματεύονται από τις κυβερνήσεις και επικυρώνονται από αυτές μετά από έγκριση εκ μέρους των κοινοβουλίων τους. Αυτός ο κανόνας ισχύει γιατί οι Συνθήκες είναι πολύπλοκα νομικά μέσα, τα οποία δεν μπορεί να είναι κατανοητά από τον μέσο πολίτη. Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες είναι ακόμη πιο πολύπλοκες από τις συνήθεις διεθνείς Συνθήκες. Περιέχουν, όχι μόνο νέα στοιχεία που απαιτούνται για την προώθηση της διαδικασίας ολοκλήρωσης [βλ. το τμήμα 2.6], αλλά και όλες τις προηγούμενες διατάξεις επί των οποίων έχει βασιστεί η υλοποίηση των ισχυόντων σταδίων της διαδικασίας ολοκλήρωσης, δηλαδή της τελωνειακής ένωσης, της κοινής αγοράς και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης [βλ. το μέρος ΙΙ]. Είναι παράλογο να ζητιέται από τους πολίτες να εγκρίνουν ή να απορρίψουν μια Συνθήκη, η οποία περιλαμβάνει εκτός από μερικές νέες διατάξεις για την προώθηση της διαδικασίας ολοκλήρωσης, όλες τις ισχύουσες διατάξεις επί των οποίων έχει βασιστεί η διαδικασία ολοκλήρωσης εδώ και μισό αιώνα.

    Tο δημοψήφισμα για μια νέα Συνθήκη θα πρέπει ή να αναφέρεται σαφώς στις νέες διατάξεις αυτής της Συνθήκης (προϋποθέτοντας ότι όλες οι άλλες διατάξεις είναι ήδη εγκεκριμένες) ή, αν αναφέρεται και στις ισχύουσες διατάξεις, να δίνει τη δυνατότητα στους ερωτώμενους να επιλέξουν την απόσχιση της χώρας τους από την Ένωση, αν θεωρούν ότι οι στόχοι ή τα αποτελέσματά της δεν τους συμφέρουν. Αν δεν ξεκαθαριστεί έτσι το αντικείμενο του δημοψηφίσματος, αυτό δίνει τη δυνατότητα στους δημαγωγούς και των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος να αποδοκιμάζουν, όχι μόνο τα νέα στοιχεία της διαδικασίας ολοκλήρωσης, αλλά και τα στοιχεία του κοινοτικού κεκτημένου, όπως το Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο ή τους κανόνες του ανταγωνισμού, τα οποία λειτουργούν γενικά ικανοποιητικά. Με το έλλειμμα πληροφόρησης που επικρατεί στους πολίτες όλων των κρατών μελών, οι δημαγωγοί έχουν πεδίο ελεύθερο να διαδίδουν διάφορα ψεύδη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και να επηρεάζουν αρνητικά την κοινή γνώμη. Είναι αντίθετο στην έννοια της δημοκρατίας να αποφασίζουν οι πολίτες βασιζόμενοι σε ψεύδη, τα οποία λόγω προπαγάνδας έχουν αποδεχθεί ως αλήθειες.

    Επιπλέον είναι επίσης αντίθετο στην έννοια της δημοκρατίας και της ισότητας όλων των πολιτών της Ένωσης το να εκφράζονται άμεσα με δημοψήφισμα οι πολίτες ορισμένων κρατών μελών, ενώ εκείνοι των υπολοίπων αρκούνται στην κανονική διαδικασία επικύρωσης μιας Συνθήκης από τους εκπροσώπους τους στα εθνικά κοινοβούλια. Πρόκειται για μια διάκριση μεταξύ των πολιτών της Ένωσης, η οποία καταδικάζεται κατηγορηματικά από την ίδια τη Συνθήκη [άρθρο 18 ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 12 ΣΕΚ]. Η δημοκρατία και η αρχή της ισότητας των πολιτών επιβάλλουν να εκφράζονται όλοι ως προς την επικύρωση μιας νέας Συνθήκης κατά τον ίδιο τρόπο: είτε δια των εκπροσώπων τους στα κοινοβούλια είτε άμεσα δια δημοψηφισμάτων, τα οποία, όμως, πρέπει να διεξάγονται σε όλα τα κράτη μέλη την ίδια ημέρα, ώστε τα αποτελέσματα σε μια χώρα να μην επηρεάζουν τους πολίτες των άλλων. Αν προκρινόταν η δεύτερη επιλογή, οι κυβερνήσεις και τα κοινά θεσμικά όργανα θα έπρεπε να κάνουν μεγάλη προσπάθεια πληροφόρησης των πολιτών ως προς τα προκείμενα ζητήματα.

    Αντί να θέσουν ένα περίπλοκο νομικό κείμενο για έγκριση ή απόρριψη από τους πολίτες, θα ήταν πολύ πιο λογικό να ξεχωρίσουν τα σημαντικά νέα στοιχεία της Συνθήκης, να τα περιγράψουν απλά σε μη νομική γλώσσα, να εξηγήσουν γιατί οι υπεύθυνες κυβερνήσεις έχουν συμφωνήσει επ' αυτών υπογράφοντας τη Συνθήκη και να ζητήσουν από τους πολίτες αν προτιμούν να επικυρωθεί και να τεθεί σε ισχύ η νέα Συνθήκη ή να μείνουν τα πράγματα ως έχουν με την ισχύουσα Συνθήκη. Όλες οι συμμετέχουσες κυβερνήσεις θα πρέπει να εγκρίνουν αυτό το απλουστευτικό κείμενο συγχρόνως με την υπογραφή της Συνθήκης, έτσι ώστε οι πολίτες όλων των κρατών μελών να έχουν τις ίδιες εξηγήσεις και αιτιολογίες για τα νέα στοιχεία της κοινής επιχείρησης και να τους τεθούν οι ίδιες ερωτήσεις ως προς την πρόοδο ή τη στασιμότητά της. Θα ήταν πράγματι υποκριτικό και άηθες για μια κυβέρνηση να υπογράψει το σχέδιο μιας Συνθήκης (που είναι στην πραγματικότητα το σχέδιο συμβολαίου με τους εταίρους της) και να το παρουσιάσει κατά διάφορο τρόπο από τους εταίρους της, γνωρίζοντας ή ελπίζοντας ότι οι πολίτες της θα το απορρίψουν [βλ. το τμήμα 1.5.3].

    Προηγούμενη  -  Back to search  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    Terasoft