Η πολιτική ένωση είναι το τελευταίο στάδιο της πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Περιλαμβάνει κοινές πολιτικές εσωτερικών και δικαιοσύνης
και
κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας
. Σύμφωνα μα τον ορισμό που δώσαμε παραπάνω, μια κοινή πολιτική είναι ένα σύνολο αποφάσεων, κανόνων, ενεργειών και συμπεριφορών που προτείνονται ή θεσπίζονται από τα κοινά θεσμικά όργανα, τα οποία έχει ιδρύσει μια ομάδα κρατών και που εφαρμόζονται από τα κοινά όργανα και τα κράτη μέλη. Μια κοινή πολιτική δεν αποκλείει εθνικές πολιτικές, οι οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν σε όλα τα πεδία που δεν καλύπτονται από αποφάσεις και κανόνες που έχουν θεσπίσει τα κοινά θεσμικά όργανα. Για την εξέλιξή της, όμως, απαιτείται η εφαρμογή από τα συμμετέχοντα κράτη των εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών που έχουν θεσπιστεί από τα κοινά όργανα και η επίβλεψη της εφαρμογής από αυτά τα όργανα. Όταν αυτά τα απαιτούμενα δεν ισχύουν σε ορισμένους τομείς, η πολιτική ένωση, έστω και αν προβλέπεται σε Συνθήκη, είναι ελλιπής έως ανύπαρκτη. Στη θέση της μπορεί να υπάρχει μόνο διακυβερνητική πολιτική συνεργασία, που αφήνει σχεδόν πλήρη ελευθερία δράσης στους συμμετέχοντες [βλ. το τμήμα 1.1.2].
Συγχρόνως με την προετοιμασία του σταδίου της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, το 1991 στο Μάαστριχτ, τα ευρωφιλικά κράτη σχεδίαζαν και την πολιτική ένωσή τους. Φυσικά, αντιμετώπισαν αμέσως την αντίδραση των ευρωσκεπτικιστών εταίρων τους. Η συμβιβαστική λύση που βρέθηκε εκεί και τότε ήταν ο διαμελισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δύο Συνθήκες (της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και σε τρεις πυλώνες κατασκευής: τον πρώτο και κύριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας· τον δεύτερο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)· και τον τρίτο της δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων (ΔΕΥ). Η πρώτη και κατά πολύ σημαντικότερη Συνθήκη (παρόλο που ήταν δεύτερη υπό τον γενικό τίτλο της Συνθήκης του Μάαστριχτ και τώρα της Νίκαιας) και ο πρώτος πυλώνας προορίζονταν να κατευθύνουν και να ρυθμίζουν τα τρία πρώτα στάδια της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: την τελωνειακή ένωση, την κοινή αγορά και την οικονομική και νομισματική ένωση χρησιμοποιώντας την κοινοτική μέθοδο λήψης των αποφάσεων από τα κοινά θεσμικά όργανα. Η δεύτερη Συνθήκη και ο δεύτερος και τρίτος πυλώνας προορίζονταν να κατευθύνουν και να ρυθμίζουν το στάδιο της πολιτικής ένωσης χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της διακυβερνητικής συνεργασίας [βλ. το τμήμα 3.1].
Σύντομα έγινε αντιληπτό ότι αυτή η μέθοδος δεν θα μπορούσε να επιτύχει την κατασκευή του δεύτερου και τρίτου πυλώνα της Ένωσης και επομένως την πρόοδο της πολιτικής ολοκλήρωσης. Η απογοήτευση ήταν ιδιαίτερα αισθητή στο πεδίο του τρίτου πυλώνα, όπου υπήρχαν θέματα κοινού συμφέροντος, τα οποία απαιτούσαν άμεση αντιμετώπιση: η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών και των κατοίκων της Ένωσης, μια κοινή μεταναστευτική πολιτική και η κοινή προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης από τη λαθρεμπορία ανθρώπων και προϊόντων. Σχετικά με το πρώτο από αυτά τα θέματα, τα ευρωφιλικά κράτη μέλη είχαν ήδη πάρει την πρωτοβουλία, με την υπογραφή, τον Ιούνιο 1990, της Συμφωνίας του Σένγκεν, να καταργήσουν τους ελέγχους στα μεταξύ τους σύνορα. Αλλά, σύντομα έγινε αισθητή η ανάγκη από όλα τα κράτη μέλη, πρώτον να γενικευθεί η εμπειρία που είχαν αποκτήσει οι πρωτοπόροι σε όλους τους εταίρους και, δεύτερον, να επεκταθεί και σε άλλα θέματα κοινού ενδιαφέροντος, Αυτή η ανάγκη οδήγησε στην αναθεώρηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο Άμστερνταμ το 1997, με τη θέση του μεγαλύτερου μέρους του πυλώνα της δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων (ιδίως θέματα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, το άσυλο, τη μετανάστευση, το πέρασμα των εξωτερικών συνόρων και τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις) υπό τη σκέπη της Κοινότητας και επομένως της κοινοτικής διαδικασίας λήψης των αποφάσεων.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας συγχώνευσε την Ευρωπαϊκή Ένωση με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η οποία έπαψε να υπάρχει από τη θέση σε ισχύ αυτής της Συνθήκης, την 1η Δεκεμβρίου 2009. Αυτή η συγχώνευση τερμάτισε τη σύγχυση μεταξύ της «Κοινότητας» και της «Ένωσης» και κατάργησε την παράλογη έννοια των «τριών πυλώνων»της Ένωσης: της Eυρωπαϊκής Kοινότητας (EK), της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (KEΠΠA) και της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (ΔEY) [βλ. το τμήμα 3.1]. Οι διατάξεις που αφορούσαν την πρώην ΔΕΥ υπάγονται τώρα στον τίτλο V της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ που ονομάζεται «χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» (ΧΕΑΔ).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον ενιαία
νομική προσωπικότητα
με την οποία διαπραγματεύεται, υπογράφει και εφαρμόζει όλες τις εξωτερικές υποχρεώσεις, πολιτικές και δραστηριότητες, που περιλαμβάνουν την εμπορική πολιτική, την ενίσχυση στην ανάπτυξη, την εκπροσώπηση σε τρίτες χώρες και σε διεθνείς οργανισμούς και την εξωτερική πολιτική και άμυνας. Όμως, παρά το γεγονός ότι όλες αυτές οι δραστηριότητες έχουν τεθεί υπό την ευθύνη του ύπατου εκπρόσωπου της Ένωσης για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, η ΚΕΠΠΑ κυβερνάται ακόμη με διακυβερνητική συνεργασία, ενώ η εμπορική πολιτική, η πολιτική ενίσχυσης στην ανάπτυξη και οι εξωτερικές σχέσεις ρυθμίζονται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία [βλ. το τμήμα 4.3]. Γι' αυτόν τον λόγο, εξετάζουμε την ΚΕΠΠΑ σε αυτό το τμήμα και όχι στο τμήμα VI, το οποίο αφορά τις εξωτερικές πολιτικές της Ένωσης.