Η βασική βελτίωση της Συνθήκης της Λισαβόνας στις διατάξεις περί ΚΕΠΠΑ είναι η δημιουργία της θέσης του
ύπατου εκπρόσωπου της Ένωσης για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας
σε αντικατάσταση της θέσης του ύπατου εκπρόσωπου για την ΚΕΠΠΑ. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία και με τη συμφωνία του προέδρου της Επιτροπής, διορίζει τον ύπατο εκπρόσωπο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του με την ίδια διαδικασία. Ο ύπατος εκπρόσωπος ασκεί την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας της Ένωσης. Συμβάλλει με τις προτάσεις του στον σχεδιασμό της πολιτικής αυτής, την οποία και εκτελεί ως εντολοδόχος του Συμβουλίου. Ενεργεί κατά τον ίδιο τρόπο για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Ο ύπατος εκπρόσωπος προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, ενώ συγχρόνως κατέχει μια εκ των θέσεων αντιπροέδρου της Επιτροπής (άρθρο 18 ΣΕΕ).
Αυτός ο σύνδεσμος της Επιτροπής με το Συμβούλιο στο πρόσωπο του ύπατου εκπρόσωπου της Ένωσης μπορεί να είναι ευνοϊκός για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Ασκώντας το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής, ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη της ΚΕΠΠΑ και να την εφαρμόζει ως εντολοδόχος του Συμβουλίου. Θα είναι υπεύθυνος για τις αρμοδιότητες που έχει η Επιτροπή στις εξωτερικές σχέσεις και για τον συντονισμό της ΚΕΠΠΑ με άλλες εκφάνσεις της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, ιδίως την κοινή εμπορική. Προεδρεύοντας στο Συμβούλιο εξωτερικών υποθέσεων, ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης θα συμβάλλει με τις προτάσεις του στον σχεδιασμό της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και στην εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου των υπουργών.
Ο ύπατος εκπρόσωπος εκπροσωπεί την Ένωση για ζητήματα που εμπίπτουν στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας. Διεξάγει τον πολιτικό διάλογο με τρίτους εξ ονόματος της Ένωσης και εκφράζει τη θέση της Ένωσης στους διεθνείς οργανισμούς και στις διεθνείς διασκέψεις. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 15 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ασκεί, υπό την ιδιότητά του αυτή και στο επίπεδό του, την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης σε θέματα που άπτονται της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας. Αυτές οι αρμοδιότητες δεν προσδιορίζονται σαφώς στη Συνθήκη. Λογικά, αν δεν αποφασιστεί άλλως σε κάποια περίπτωση, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου πρέπει να εκπροσωπεί την Ένωση (με ή χωρίς τον πρόεδρο της Επιτροπής) σε συσκέψεις αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων, ενώ ο ύπατος εκπρόσωπος θα πρέπει να την εκπροσωπεί σε διεθνείς συσκέψεις σε επίπεδο υπουργών.
Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο ύπατος εκπρόσωπος επικουρείται από
ευρωπαϊκή υπηρεσία εξωτερικής δράσης
. Η υπηρεσία αυτή συνεργάζεται στενά με τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών και απαρτίζεται από υπαλλήλους των αρμοδίων διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής καθώς και αποσπασμένο προσωπικό των εθνικών διπλωματικών υπηρεσιών (άρθρο 27 ΣΕΕ). Αυτή η πολυεθνική υπηρεσία μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικά ευρωπαϊκό διπλωματικό σώμα, μια εξέλιξη που θα ενισχύσει την εικόνα της Ένωσης στον κόσμο.
Μια
Επιτροπή Πολιτικής και Ασφαλείας
παρακολουθεί τη διεθνή κατάσταση στους τομείς που εμπίπτουν στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας και συμβάλλει στον καθορισμό των πολιτικών διατυπώνοντας γνώμες απευθυνόμενες στο Συμβούλιο. Η εν λόγω επιτροπή εποπτεύει επίσης την εφαρμογή των συμπεφωνημένων πολιτικών και ασκεί, υπό την ευθύνη του Συμβουλίου και του ύπατου εκπροσώπου, τον πολιτικό έλεγχο και τη στρατηγική διεύθυνση των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων (άρθρο 38 ΣΕΕ). Η Επιτροπή πολιτικής και ασφαλείας προεδρεύεται από εκπρόσωπο του ύπατου εκπρόσωπου της Ένωσης.