Choose language: English French Ελληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

8.1.2.  Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην ΕΕ

    Οι εγκληματικές ενέργειες πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση. Γι' αυτό, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών και περιλαμβάνει την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών σε ορισμένους τομείς. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μέσω οδηγιών, μπορούν να θεσπίζουν ελάχιστους κανόνες που αφορούν: (α) το αμοιβαίως παραδεκτό των αποδείξεων μεταξύ των κρατών μελών, (β) τα δικαιώματα των προσώπων στην ποινική διαδικασία, (γ) τα δικαιώματα των θυμάτων της εγκληματικότητας, και (δ) άλλα ειδικότερα στοιχεία της ποινικής διαδικασίας, τα οποία θα έχουν προηγουμένως προσδιορισθεί από το Συμβούλιο με απόφαση ληφθείσα ομόφωνα, μετά από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 82 ΣΛΕΕ). Οι τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση είναι οι εξής: τρομοκρατία, εμπορία ανθρώπων και γενετήσια εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών, παράνομη εμπορία ναρκωτικών, παράνομη εμπορία όπλων, ξέπλυμα χρήματος, διαφθορά, παραχάραξη μέσων πληρωμής, εγκληματικότητα στον χώρο της πληροφορικής και οργανωμένο έγκλημα. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα,  μπορεί να προσδιορίζει και άλλους τομείς εγκληματικότητας. Οδηγίες μπορούν να θεσπίζουν ελάχιστους κανόνες σχετικούς με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στον σχετικό τομέα (άρθρο 83 ΣΛΕΕ).

    Ένα μέλος του Συμβουλίου μπορεί να ζητήσει να υποβληθεί ένα σχέδιο οδηγίας για δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αναστέλλοντας έτσι τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Αφού συζητήσει το ζήτημα και εφόσον επιτευχθεί συναίνεση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναπέμπει εντός τετραμήνου από την αναστολή αυτή το σχέδιο στο Συμβούλιο, θέτοντας τέρμα στην αναστολή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Εντός της αυτής προθεσμίας, σε περίπτωση μη συμφωνίας, εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορούν να δηλώσουν ότι επιθυμούν να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία βάσει του συγκεκριμένου σχεδίου οδηγίας (άρθρο 82 ΣΛΕΕ) [βλ. το τμήμα 4.3].

    Η αποστολή της Eurojust είναι η στήριξη και η ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών για την έρευνα και τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή απαιτούν δίωξη σε κοινές βάσεις. Τα καθήκοντα της Eurojust μπορούν να περιλαμβάνουν: (α) την έναρξη ποινικών ερευνών καθώς και την εισήγηση για την κίνηση ποινικών διώξεων που διεξάγονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές· (β) τον συντονισμό των ερευνών και των διώξεων· και (γ) την ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας (άρθρο 85 ΣΛΕΕ).

    Για την καταπολέμηση των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία (ομοφωνία και έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) μέσω κανονισμών, μπορεί να συστήσει Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκ της Eurojust. Εφόσον δεν επιτευχθεί ομοφωνία, ομάδα αποτελούμενη από εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορεί να ζητήσει να παραπεμφθεί το σχέδιο κανονισμού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, η νομοθετική διαδικασία στο Συμβούλιο αναστέλλεται. Εντός τετραμήνου από την αναστολή αυτή, σε περίπτωση μη συμφωνίας, εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορούν να δηλώσουν ότι επιθυμούν να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία βάσει του συγκεκριμένου σχεδίου κανονισμού. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να επεκτείνει τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση (άρθρο 86 ΣΛΕΕ).

    Η Ένωση αναπτύσσει αστυνομική συνεργασία στην οποία συμμετέχουν όλες οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών και τελωνειακών αρχών και άλλων αρχών επιβολής του νόμου ειδικευμένων στον τομέα της πρόληψης ή της εξακρίβωσης αξιόποινων πράξεων ή της διερεύνησής τους. Γι' αυτούς τους σκοπούς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μπορούν να λαμβάνουν μέτρα που αφορούν: (α) τη συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών· (β) την παροχή υποστήριξης για την κατάρτιση προσωπικού, καθώς και τη συνεργασία όσον αφορά τις ανταλλαγές προσωπικού, τον εξοπλισμό και την εγκληματολογική έρευνα· και (γ) τις κοινές τεχνικές έρευνας όσον αφορά την εξακρίβωση σοβαρών μορφών οργανωμένου εγκλήματος (άρθρο 87 ΣΛΕΕ).

    Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία (ομοφωνία μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), μπορεί να θεσπίζει μέτρα για την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών. Εφόσον δεν επιτευχθεί ομοφωνία, ομάδα αποτελούμενη από εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορεί να ζητήσει να παραπεμφθεί το σχέδιο μέτρων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία στο Συμβούλιο αναστέλλεται. Εντός τετραμήνου από την αναστολή αυτή, σε περίπτωση μη συμφωνίας, εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορούν να δηλώσουν ότι επιθυμούν να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία βάσει του συγκεκριμένου σχεδίου μέτρων. Αυτή η ειδική διαδικασία δεν εφαρμόζεται επί πράξεων που αναπτύσσουν περαιτέρω το κεκτημένο του Σένγκεν (άρθρο 87 ΣΛΕΕ).

    Εις αντικατάσταση της σύμβασης Europol που είχε υπογραφεί στις 26 Ιουνίου 1995 [ Πράξη του Συμβουλίου και απόφαση], μια απόφαση του Συμβουλίου ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ) ως οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης [Απόφαση 2009/371]. Η αποστολή της Ευρωπόλ είναι η στήριξη και η ενίσχυση της δράσης των αστυνομικών αρχών και των άλλων αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, καθώς και της αμοιβαίας συνεργασίας τους στην πρόληψη και καταπολέμηση των σοβαρών εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και των μορφών εγκληματικότητας που θίγουν ένα κοινό συμφέρον το οποίο αποτελεί αντικείμενο πολιτικής της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μέσω κανονισμών, μπορούν να καθορίζουν τη δομή, τη λειτουργία, το πεδίο δράσης και τα καθήκοντα της Ευρωπόλ. Τα καθήκοντα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν: (α) τη συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών που διαβιβάζονται ιδίως από τις αρχές των κρατών μελών ή τρίτων χωρών, ή οργανισμών, και (β) τον συντονισμό, τη διοργάνωση και τη διεξαγωγή ερευνών και επιχειρησιακών δράσεων, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή στο πλαίσιο κοινών ομάδων ερευνών, ενδεχομένως σε σύνδεση με την Eurojust. Κάθε επιχειρησιακή δράση της Ευρωπόλ πρέπει να διεξάγεται σε συνεργασία και σε συμφωνία με τις αρχές του κράτους μέλους ή των κρατών μελών στο έδαφος του οποίου ή των οποίων διεξάγονται (άρθρο 88 ΣΛΕΕ).

    Οι αρμοδιότητες της Europol εκτείνονται στην πάταξη της τρομοκρατίας [Απόφαση] καθώς και στα πλαστά νομίσματα και στην πλαστογραφία των μέσων πληρωμής των σοβαρών μορφών διεθνούς εγκληματικότητας [Απόφαση]. Τα καθήκοντα της Ευρωπόλ περιλαμβάνουν επίσης την ανταλλαγή και την ανάλυση στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και πυρηνικών υλικών, τα κυκλώματα λαθρομετανάστευσης, την εμπορία ανθρώπινων όντων και το λαθρεμπόριο οχημάτων.καταπολέμηση του εμπορίου ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών [Κοινή δράση 96/748]. Tο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι αρμόδιο, υπό ορισμένους όρους, να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με την ερμηνεία της σύμβασης. Η Κοινότητα χρηματοδοτεί ενέργειες συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, πράγμα πολύ σημαντικό για τη λειτουργία της Ευρωπόλ [Κοινή δράση 95/401]. Ο Διευθυντής της Ευρωπόλ έχει εξουσιοδοτηθεί να διαπραγματεύεται συμφωνίες με τρίτα κράτη και οργανισμούς μη σχετιζόμενους με την ΕΕ [Απόφαση της 27ης Μαρτίου 2000 και απόφαση 2005/169].

    Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (CEPOL) συμβάλλει στην κατάρτιση ανωτέρων στελεχών των αστυνομικών υπηρεσιών των κρατών μελών, ιδίως ως προς τη γνώση των εθνικών αστυνομικών συστημάτων και δομών των άλλων κρατών μελών, της Europol και της διασυνοριακής αστυνομικής συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση [Απόφαση 2005/681].

    H αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις έχει κάνει σημαντικές προόδους από τη θέση σε εφαρμογή της το 1991, ιδίως ως προς την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος με: την προσέγγιση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου· την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων· τη προσέγγιση του ορισμού των αξιόποινων πράξεων που αφορούν τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση· και την υποχρέωση των κρατών μελών να επιβάλλουν κυρώσεις αντίστοιχες προς τη σοβαρότητα αυτών των αξιόποινων πράξεων [Απόφαση-πλαίσιο 2008/841].

    Το Ευρωπαϊκό δίκτυο πρόληψης του εγκλήματος (ΕΔΠΕ) έχει ως στόχο την οργάνωση της συνεργασίας των κρατών μελών στους τομείς που αναφέρθηκαν στο Τάμπερε (εγκληματικότητα των νέων, εγκληματικότητα των πόλεων και εγκληματικότητα που συνδέεται με τα ναρκωτικά), τη συλλογή και ανάλυση των πληροφοριών και ορθών πρακτικών καθώς και την παροχή συμβουλών στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή [Απόφαση 2009/902 ]. Ένας μηχανισμός δημιουργήθηκε για την ανταλλαγή πληροφοριών που λαμβάνονται από τα ποινικά μητρώα των κρατών μελών [Απόφαση-πλαίσιο 2009/315 ]. Διεθνικές ομάδες δημιουργήθηκαν για την αξιολόγηση της εφαρμογής σε εθνικό επίπεδο των διεθνών υποχρεώσεων και των μέσων για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος [Κοινή δράση 97/827]. Κοινές ομάδες έρευνας των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών μπορεί να συγκροτηθούν για ορισμένη διάρκεια με στόχο την πραγματοποίηση ποινικών ερευνών [Οδηγία-πλαίσιο 2002/465]. Μια γραμματεία συντρέχει τις κοινές ελεγκτικές αρχές προστασίας των δεδομένων, που έχουν συσταθεί από τις συμφωνίες Europol και Schengen [Απόφαση 2000/641]. Πολλά κοινά εργαλεία έχουν δημιουργηθεί για την καταπολέμηση όλων των μορφών εγκληματικότητας, ιδίως: ·η ανταλλαγή των αποτελεσμάτων ανάλυσης του DNA [Ψήφισμα της 9ης Ιουνίου 1997] · ένα μητρώο δεξιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών [Κοινή δράση 96/747] και ένα παρόμοιο μητρώο για τους σκοπούς της καταπολέμησης της τρομοκρατίας [Κοινή δράση 96/610]. Η συνεργασία μεταξύ των αξιωματικών-συνδέσμων που τοποθετούνται από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου των κρατών μελών σε τρίτες χώρες και σε διεθνείς οργανώσεις στοχεύει στην καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των πόρων των κρατών μελών [Απόφαση 2003/170]. Μια απόφαση-πλαίσιο απλούστευσε την ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [Απόφαση-πλαίσιο 2006/960].  Όμως, μια άλλη απόφαση-πλαίσιο διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων, ιδίως δε του δικαιώματός τους για ιδιωτική ζωή έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις,, κατοχυρώνοντας συγχρόνως υψηλό επίπεδο δημόσιας ασφάλειας [Απόφαση-πλαίσιο 2008/977].

    Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και εναρμονισμένες διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών αντικατέστησαν το σύστημα έκδοσης υπόπτων μεταξύ των κρατών μελών [Απόφαση-πλαίσιο 2002/584]. Όταν η δικαστική αρχή κράτους μέλους εκδίδει απόφαση με την οποία ζητείται η παράδοση προσώπου, η απόφαση αυτή αναγνωρίζεται ipso facto από τις δικαστικές αρχές των άλλων κρατών μελών, μετά από κάποιους ελάχιστους ελέγχους. Τα θύματα υποστηρίζονται στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, ιδίως όταν διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα [Απόφαση-πλαίσιο 2001/220]. Επ' ευκαιρία ποινικής διαδικασίας σε κράτος μέλος, συνεκτιμώνται προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε άλλα κράτη μέλη κατά του ιδίου προσώπου για διαφορετικά πραγματικά περιστατικά [Απόφαση-πλαίσιο 2008/675]. Ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να εκδοθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους προς λήψη αντικειμένων, εγγράφων και δεδομένων για χρήση σε ποινικές διαδικασίες [Απόφαση-πλαίσιο 2008/978]. Μια διακυβερνητική συνεργασία επιδιώκει να αντιμετωπίσει τη διασυνοριακή εγκληματικότητα όσον αφορά τα οχήματα, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις σχέσεις μεταξύ κλοπής και παράνομης εμπορίας οχημάτων και άλλων μορφών οργανωμένου εγκλήματος, όπως η εμπορία ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων [Απόφαση 2004/919].

    Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης εφαρμόζεται επί των χρηματικών ποινών [Απόφαση-πλαίσιο 2005/214], επί ποινών στερητικών της ελευθερίας ή μέτρων στερητικών της ελευθερίας [Απόφαση-πλαίσιο 2008/909] και επί μέτρων αναστολής και εναλλακτικών κυρώσεων [Απόφαση-πλαίσιο 2008/947]. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν και εκτελούν στο έδαφός τους απόφαση δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων που εκδίδεται από δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας [Απόφαση-πλαίσιο 2003/577].

    Η κοινή πολιτική εναντίον της εμπορίας και χρήσης ναρκωτικών αφορά : την πρόληψη της παράνομης καλλιέργειας και παραγωγής ναρκωτικών μέσα στην Ένωση [Ψήφισμα του Συμβουλίου] · τις καταδίκες για σοβαρές περιπτώσεις παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [Ψήφισμα του Συμβουλίου] · την παράνομη παρασκευή και διάθεση στην αγορά πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών  [Κανονισμός 273/2004], και την παρακολούθηση του εμπορίου πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών [Κανονισμός 111/2005]. Το Eυρωπαϊκό Παρατηρητήριο Nαρκωτικών (EΠN) και το ευρωπαϊκό δίκτυο ενημέρωσης για τα ναρκωτικά και τις τοξικομανίες (REITOX) συντρέχουν τις εθνικές αρχές δίωξης και πρόληψης της ναρκομανίας [Κανονισμός 1920/2006, βλ. το τμήμα 13.5.8]. Οι νομοθεσίες σχετικά με την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών εν;ρμονίζονται με τη θέσπιση ελάχιστων κοινών διατάξεων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές [Απόφαση-πλαίσιο 2004/757]. Διακυβερνητικές κοινές δράσεις για την καταπολέμηση των ναρκωτικών αφορούν: την προσέγγιση των νομοθεσιών και των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών για την καταπολέμηση της τοξικομανίας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [Κοινή δράση 96/750] · την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τον καθορισμό των χημικών χαρακτηριστικών των ναρκωτικών και τη συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών και επιχειρηματικών οργανώσεων [Κοινή δράση 96/699] ·τη συλλογή τελωνειακών και αστυνομικών πληροφοριών για την καταπολέμηση της λαθρεμπορίας ναρκωτικών [Κοινή δράση 97/372] ·και την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση των κινδύνων και τον έλεγχο νέων ψυχοτρόπων ουσιών [Απόφαση 2005/387].

    Η αστυνομική συνεργασία και η δικαστική αλληλοβοήθεια στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος περιλαμβάνει: ένα κοινό ορισμό της εγκληματικής οργάνωσης και μια κοινή προσέγγιση στο αξιόποινο της συμμετοχής σε τέτοιου είδους οργανώσεις [Απόφαση-πλαίσιο 2008/841]· τη σύσταση ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου [Απόφαση 2008/976 ]· την ανταλλαγή δικαστικών-συνδέσμων [Κοινή δράση 96/277]· και τη συνέχιση της παρακολούθησης στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους σαν αναγκαίο τμήμα μιας δικαστικής έρευνας στα πλαίσια της Συμφωνίας του Σένγκεν [Απόφαση 2003/725]. Μια κοινή δράση στοχεύει στην καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας [Απόφαση-πλαίσιο 2004/68].  Μια απόφαση-πλαίσιο ορίζει τις αξιόποινες πράξεις που συνδέονται με την εμπορία ανθρώπων για σκοπούς εκμετάλλευσης της εργασίας τους ή τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση και θεσπίζει ποινικές κυρώσεις για την τιμωρία των δραστών των εν λόγω πράξεων [Απόφαση-πλαίσιο 2002/629]. Μια άλλη απόφαση-πλαίσιο αφορά τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος [Απόφαση-πλαίσιο 2005/212]. Κάθε κράτος μέλος συγκροτεί ή ορίζει μια εθνική υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, η οποία αναλαμβάνει να διευκολύνει την ανίχνευση και τον εντοπισμό προϊόντων και άλλων περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος [Απόφαση 2007/845]. Στην καταπολέμηση των εγκλημάτων συμβάλλει η κοινή πολιτική για τον έλεγχο της απόκτησης και κατοχής όπλων [Οδηγία 91/477]. Μια κοινή δράση επιδιώκει να ενισχύσει την εφαρμογή της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1990 σχετικά με το ξέπλυμα χρήματος, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος [Κοινή δράση 98/699], ενώ μια απόφαση-πλαίσιο αποσκοπεί στην κατάργηση ορισμένων επιφυλάξεων που υπάρχουν στη «σύμβαση του 1990» επιδιώκοντας την ενίσχυση των κυρώσεων και τη βελτίωση της αμοιβαίας αρωγής μεταξύ των κρατών μελών [Οδηγία-πλαίσιο 2001/500, βλ. επίσης το τμήμα 6.7]. Ένα σύστημα δημόσιας αποζημίωσης των θυμάτων σοβαρών εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται στο έδαφος ενός κράτους μέλους διευκολύνει την αποζημίωση αυτών των θυμάτων (ιδίως των θυμάτων της τρομοκρατίας) ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους [Οδηγία 2004/80].

    Μια απόφαση-πλαίσιο αποσκοπεί στο να καταστήσει τόσο τη δωροδοκία όσο και τη δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα ποινικό αδίκημα σε όλα τα κράτη μέλη, στο να θεωρούνται και τα νομικά πρόσωπα υπεύθυνα για τα αδικήματα αυτά και στο να προβλέπονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές [Απόφαση-πλαίσιο 2003/568].  Ένα δίκτυο σημείων επαφής κατά της διαφθοράς δημιουργήθηκε για να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των αρχών και υπηρεσιών πρόληψης και καταπολέμησης της διαφθοράς των κρατών μελών [Απόφαση 2008/852]. Η απάτη σχετικά με όλες τις μορφές πληρωμών πλην των μετρητών (μέσα πληρωμής που σχετίζονται με τους υπολογιστές ή με ειδικά προσαρμοσμένους μηχανισμούς) αναγνωρίζεται ως ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με αποτελεσματικές κυρώσεις σε όλα τα κράτη μέλη [Απόφαση-πλαίσιο 2001/413]. Μια απόφαση-πλαίσιο στοχεύει στο να προσεγγίσει το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών για τις επιθέσεις ενάντια στα συστήματα πληροφοριών και να εξασφαλίσει ότι τέτοιες επιθέσεις είναι τιμωρητέες σε όλα τα κράτη μέλη με αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινές [Απόφαση-πλαίσιο 2005/222].

    Η διακυβερνητική συνεργασία περιλαμβάνει επίσης: κατευθυντήριες γραμμές για την πρόληψη και περιορισμό των ταραχών κατά τους ποδοσφαιρικούς αγώνες [Σύσταση]· τη λειτουργία, σε κάθε κράτος μέλος, ενός «εθνικού σημείου πληροφοριών ποδοσφαίρου», αρμόδιου να συγκεντρώνει και να ανταλλάσσει πληροφορίες αστυνομικού χαρακτήρα, με στόχο την πρόληψη της βίας που συνδέεται με το ποδόσφαιρο και την καταπολέμηση αυτού του φαινομένου [Απόφαση 2002/348]· τη συνεργασία για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια κατά τις μαζικές συγκεντρώσεις προσώπων, όπως οι αθλητικές αναμετρήσεις, οι συναυλίες μουσικής ροκ, οι διαδηλώσεις και οι αποκλεισμοί δρόμων [Κοινή δράση 97/339].

    Η ΕΕ υποστηρίζει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος [Κοινή θέση 1999/235] καθώς και την καλή λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) [Κοινή θέση 2003/444]. Η ΕΕ και το ΔΠΔ  έχουν υπογράψει συμφωνία συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας [Απόφαση 2006/313]. Ένα ευρωπαϊκό δίκτυο παρέχει πληροφορίες που μπορεί να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τις έρευνες σχετικά με γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου [Απόφαση 2002/494]. Τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνεργάζονται αποτελεσματικά για την ανεύρεση και τη δίωξη ατόμων που κατηγορούνται για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή εγκλήματα πολέμου, όπως ορίζονται στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου [Απόφαση 2003/335]. Η Ένωση εξέφρασε την αντίθεσή της στην απόφαση των ΗΠΑ να μην επικυρώσουν τη σύμβαση και να εξαιρέσουν το αμερικανικό προσωπικό από τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ.

    Εντός του γενικού προγράμματος « Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη » θεσπίστηκαν πολλά ειδικά προγράμματα [COM/2005/122]. Το πρόγραμμα « Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ιθαγένεια » στοχεύει στο: να προωθήσει την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας που θα βασίζεται στο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά αναγνωρίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΕ· να ενισχύσει την κοινωνία των πολιτών και να ενθαρρύνει έναν ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με αυτήν όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα· να καταπολεμήσει το ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό και να προωθήσει μια καλύτερη διαθρησκειακή και διαπολιτισμική κατανόηση· και να βελτιώσει τις επαφές, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη δικτύωση μεταξύ νομικών, δικαστικών και διοικητικών αρχών και των νομικών επαγγελμάτων [Απόφαση 2007/252]. Το ειδικό πρόγραμμα «Ποινική δικαιοσύνη» στοχεύει ιδίως στην προαγωγή της δικαστικής συνεργασίας για τη δημιουργία ενός πραγματικού ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης για ποινικές υποθέσεις με βάση την αμοιβαία αναγνώριση και την αμοιβαία εμπιστοσύνη και στην προαγωγή της συμβατότητας των κανόνων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, εφόσον αυτό απαιτείται για τη βελτίωση της δικαστικής συνεργασίας [Απόφαση 2007/126]. Το ειδικό πρόγραμμα « Πρόληψη και καταπολέμηση της εγκληματικότητας » συμβάλλει στην υψηλού επιπέδου ασφάλεια των πολιτών, με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, οργανωμένης ή μη, ιδίως της τρομοκρατίας, της εμπορίας ανθρώπων και των εγκλημάτων κατά παιδιών, της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και όπλων, της διαφθοράς και της απάτης [Απόφαση 2007/125]. To πρόγραμμα Δάφνη ΙΙΙ επιδιώκει να συμβάλει στην προστασία των παιδιών, των νέων και των γυναικών από όλες τις μορφές βίας και να επιτύχει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, της ευημερίας και της κοινωνικής συνοχής [Απόφαση 779/2007]. Το ειδικό πρόγραμμα « Πρόληψη των ναρκωτικών και σχετική ενημέρωση»  έχει ως γενικούς στόχους: να προλάβει και να μειώσει τη χρήση ναρκωτικών, την τοξικομανία και τις επιβλαβείς συνέπειες των ναρκωτικών· να συμβάλει στη βελτίωση της ενημέρωσης όσον αφορά τη χρήση ναρκωτικών, και να στηρίξει την εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ για τα ναρκωτικά [Απόφαση 1150/2007].

    Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    Terasoft