Στο οικονομικό όπως και στο νομισματικό πεδίο, τα κράτη μέλη που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Ρώμης δεν ήταν διατεθειμένα να εκχωρήσουν από την αρχή τα κυριαρχικά δικαιώματά τους στην Kοινότητα. Περιορίστηκαν να ορίσουν τους στόχους τους οποίους θα έπρεπε να επιδιώκουν οι εθνικές οικονομικές πολιτικές, και οι οποίοι ήταν ιδίως η πλήρης απασχόληση, η σταθερότητα των τιμών και του νομίσματος και η ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών. H επεξεργασία και η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής ανήκαν, όμως, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
H Συνθήκη της Pώμης έκρινε σκόπιμο να θεωρούν τα κράτη μέλη τη συγκυριακή τους πολιτική σαν θέμα κοινού ενδιαφέροντος. Tο άρθρο 103 τους επέτασσε να διαβουλεύονται μεταξύ τους και με την Eπιτροπή ως προς τα μέτρα που θα έπρεπε να παίρνουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε εφαρμογή αυτής της διάταξης της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο δημιούργησε μια επιτροπή οικονομικής πολιτικής για τον συντονισμό των βραχυπρόθεσμων οικονομικών και χρηματοοικονομικών πολιτικών [Απόφαση 2000/604]. Aυτή η επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής, έχει ως αποστολή να προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του
Συμβουλίου οικονομικών και χρηματοοικονομικών υποθέσεων (ECOFIN)
. Πρέπει επίσης να εξασφαλίζει μιαν αμοιβαία και διαρκή πληροφόρηση επί των αποφάσεων ή μέτρων που σχεδιάζονται από τα κράτη μέλη και που μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις επί των οικονομιών των κρατών μελών ή επί της εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας ενός κράτους μέλους ή που μπορούν να προκαλέσουν μια σημαντική διάσταση μεταξύ της εξέλιξης της οικονομίας ενός κράτους και των οικονομικών στόχων που έχουν οριστεί από κοινού.
H κοινοτική οικονομική πολιτική δεν ξεκίνησε πραγματικά παρά μόνον μετά το ψήφισμα των κρατών μελών να προωθήσουν την οικονομική και νομισματική ένωσή τους [βλ. το τμήμα 7.2.1]. Περισσότερο από άλλες κοινές πολιτικές, η οικονομική πολιτική είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση αυτής της ένωσης, εφόσον είναι το ένα από τα δύο σκέλη της. H αποστολή που της ανατέθηκε από το ψήφισμα του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κρατών μελών της 22ας Μαρτίου 1971, σχετικά με τη σταδιακή πραγματοποίηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, ήταν η σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών, αποστολή ιδιαίτερα δύσκολη αν αναλογιστεί κανείς τα συγκυριακά και τα διαρθρωτικά προβλήματα και τις διαφορές των κρατών μελών πριν από την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς. H εμπειρία που αποκτήθηκε όμως, κατά την διάρκεια αυτής της αποτυχημένης επιχείρησης ήταν πολύτιμη για τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής.
Η οικονομία των 27 κρατών μελών
της ΕΕ παρήγαγε, το 2007, ένα κατ' εκτίμηση ονομαστικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) 12,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ (=16,6 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ), που αντιπροσωπεύουν 31% του παγκόσμιου ακαθάριστου οικονομικού προϊόντος (ΗΠΑ = 27% του συνόλου). Το μέσο ΑΕΠ κατά κεφαλή
των 27 κρατών μελών της ΕΕ, το 2007, ήταν 24.600 ευρώ. Δύο κράτη μέλη - Ιταλία και Ισπανία - ήταν κοντά σε αυτόν τον μέσο όρο. Ένδεκα κράτη μέλη - Λουξεμβούργο (69.900 EUR), Ιρλανδία (35.700 EUR), Κάτω Χώρες, Δανία, Αυστρία, Βέλγιο, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο (29.400 EUR), Φινλανδία, Γερμανία και Γαλλία (27.800 EUR.) - είχαν ένα ΑΕΠ κατά κεφαλήν επάνω από το μέσο όρο. Επτά κράτη μέλη - Κύπρος, Ελλάδα, Σλοβενία, Τσεχία, Μάλτα, Πορτογαλία και Εσθονία - είχαν ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 90% έως 73% του μέσου όρου της ΕΕ (22.900 έως 17.900 EUR). Επτά κράτη μέλη - Πολωνία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Λετονία, Ρουμανία και Βουλγαρία - είχαν ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 67% έως 41% του μέσου όρου της ΕΕ (16.600 έως 10.840 EUR).