Choose language: EnglishFrenchΕλληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

6.7.  Eλεύθερη διακίνηση κεφαλαίων στην ΕΕ

    H ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων είναι ένα βασικό στοιχείο για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πράγματι η απελευθέρωση των πληρωμών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα απαραίτητο συμπλήρωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων και των υπηρεσιών. Οι δανειζόμενοι – ιδιώτες και επιχειρήσεις ιδίως οι ΜΜΕ - πρέπει να μπορούν να προμηθεύονται κεφάλαια όπου βρίσκουν όρους που καλύπτουν καλύτερα τις ανάγκες τους, ενώ οι διαθέτοντες κεφάλαια και οι επενδυτές πρέπει να μπορούν να τα τοποθετούν εκεί που επιτυγχάνουν τους πιο συμφέροντες όρους. Γι' αυτό τα κράτη μέλη μιας κοινής αγοράς οφείλουν να επιτρέπουν να γίνονται οι πληρωμές στο νόμισμα του κράτους μέλους όπου είναι εγκαταστημένος ο ένας εκ των δύο αντισυμβαλλομένων. Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι συνθήκες έπρεπε να προϋπάρχουν για να καταστεί δυνατή η μετάβαση στο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η οποία συνεπάγεται την κυκλοφορία ενιαίου νομίσματος.

    Γι' αυτό, μια οδηγία του 1988 επιβάλλει την πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων [Οδηγία 88/361]. Σύμφωνα με αυτήν, όλοι οι περιορισμοί στις διακινήσεις κεφαλαίων μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων κατοικούντων στα κράτη μέλη καταργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '90. Eιδικότερα, ελευθερώθηκαν οι πράξεις με νομισματικό χαρακτήρα (τα δάνεια και οι χρηματοδοτικές πιστώσεις, οι πράξεις σε τρέχοντες λογαριασμούς και σε λογαριασμούς καταθέσεων και οι πράξεις σε τίτλους και άλλα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία κανονικά γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη νομισματική αγορά).

    Όμως, οι διατάξεις των νεώτερων Συνθηκών πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά από την οδηγία του 1988 ως προς την ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων. H αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων είναι πλέον γραμμένη καθαρά μέσα στη Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ. Πράγματι το άρθρο 63 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 56 ΣΕΚ) ορίζει ότι απαγορεύονται όλοι οι περιορισμοί στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών και στις πληρωμές μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Επεκτείνει επομένως την υποχρέωση απελευθέρωσης των κινήσεων κεφαλαίων προς και από τρίτες χώρες. Tο άρθρο 66 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 59 ΣΕΚ) επιτρέπει, όμως, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μέτρα διασφάλισης εάν, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, οι κινήσεις κεφαλαίων προς ή από τρίτες χώρες προκαλούν ή απειλούν να προκαλέσουν σοβαρές δυσχέρειες στη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Eπιπλέον το άρθρο 65 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 58 ΣΕΚ) επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας ή της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

    Bάσει αυτών των διατάξεων και των οδηγιών για την απελευθέρωση των διακινήσεων κεφαλαίων και των υπηρεσιών των τραπεζών, των ασφαλειών και των χρηματιστηρίων [βλ. τα τμήματα 6.6.1, 6.6.2, 6.6.3], έχει πλέον απελευθερωθεί πλήρως η χρηματαγορά της Eυρωπαϊκής Ένωσης. Oι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και οι ιδιώτες έχουν πρόσβαση σε όλη την κλίμακα των διαθέσιμων στα κράτη μέλη επιλογών σε τραπεζικές υπηρεσίες, ενυπόθηκα δάνεια, τίτλους και ασφάλειες. Mπορούν να επιλέγουν ελεύθερα την προσφερόμενη υπηρεσία, η οποία ανταποκρίνεται καλύτερα στις ειδικές ανάγκες και απαιτήσεις τόσο του ιδιωτικού τους βίου όσο και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους μέσα στην ενιαία αγορά.

    Η οδηγία 2007/64 εναρμονίζει το νομικό πλαίσιο των υπηρεσιών πληρωμών στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των όρων των πληροφοριών, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών. Καταργώντας τα υπάρχοντα νομικά εμπόδια, επιτρέπει στον τομέα των πληρωμών να αναπτύξει τις υποδομές, τις διαδικασίες, τους κοινούς κανόνες και τα πρότυπα που απαιτούνται για ένα πανευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών όπου οι οικονομίες κλίμακας και ο ανταγωνισμός πρέπει να συντελέσουν στη μείωση του κόστους των πληρωμών και να αυξήσουν την ασφάλεια και την αποδοτικότητα, σε σχέση με τα διάφορα εθνικά συστήματα. Η οδηγία προβλέπει ένα σύστημα καταχώρισης σε δημόσιο μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών βασιζόμενο σε άδεια λειτουργίας χορηγούμενη από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης. Αυτή η καταχώριση επιτρέπει στους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών να αναπτύξουν δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης. Η οδηγία εφαρμόζεται, υπό ορισμένους όρους, σε έξι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών: πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, γραφεία ταχυδρομικών επιταγών, ιδρύματα πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες και τα κράτη μέλη ή τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους.

    Δεν πρέπει, όμως, να επιτραπεί η χρησιμοποίηση του μεγάλου ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού χώρου για τη λεύκανση κεφαλαίων προερχομένων από παράνομες δραστηριότητες. Aυτό επιδιώκει να αποτρέψει μια οδηγία για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας [Οδηγία 2005/60, τροποποιηθείσα τελευταία από οδηγία 2010/78]. Τροποποιηθείσα μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 [βλ. το τμήμα 8.1.3], η οδηγία καθορίζει ένα νέο διεθνές πρότυπο στον τομέα της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικής δραστηριότητας, του οργανωμένου εγκλήματος και, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καταπολεμήσουν τη νομιμοποίηση εσόδων από όλα τα σοβαρά εγκλήματα, όπως αυτά ορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2001/500 για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος [βλ. το τμήμα 8.1.4]. Έτσι, οι απαιτήσεις που επιβάλλονται όσον αφορά την εξακρίβωση ταυτότητας των πελατών, τη διατήρηση εγγράφων και τις δηλώσεις των υπόπτων συναλλαγών εφαρμόζονται πλέον και στους εξωτερικούς ελεγκτές, στους κτηματομεσίτες, στους συμβολαιογράφους, στους δικηγόρους, στους φορολογικούς συμβούλους, στους έμπορους αντικειμένων μεγάλης αξίας όπως πολύτιμων λίθων και πολύτιμων μετάλλων ή έργων τέχνης, στους εκτελούντες δημοπρασίες, καθώς και στα καζίνο. Τα κράτη μέλη πρέπει να πάρουν μια σειρά μέτρων για τον προσδιορισμό των πελατών και των εχόντων οικονομικά δικαιώματα, τη διατήρηση των δικαιολογητικών και των καταχωρίσεων των συναλλαγών, την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές των ενεργειών που είναι ύποπτες για λεύκανση και τον καθορισμό των επιβαλλομένων ποινών [βλ. το τμήμα 8.1.2]. Ένας κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες για τον πληρωτή που πρέπει να συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών, για λόγους πρόληψης, διερεύνησης και εντοπισμού της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας [Κανονισμός 1781/2006].

    Με ανακοίνωση του 1997, η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι οι ειδικές εξουσίες τις οποίες θα αποφάσιζαν ενδεχομένως να διατηρήσουν τα κράτη μέλη στη διαχείριση ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, όπως η εκ των προτέρων έγκριση ή τα δικαιώματα αντιτάξεως, θα ήταν δυνατόν να αποτελέσουν εμπόδιο για τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη, και ιδίως για την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, αλλά δέχτηκε ότι εξουσίες αυτού του είδους θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν κατ' εξαίρεση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Με τρεις αποφάσεις του σε προσφυγές της Επιτροπής κατά κρατών μελών λόγω παράβασης, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις θέσεις της Επιτροπής [υποθέσεις C-367/98, C-483/99 και C-503/99].

    Kατά το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο, η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων είναι θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης και δεν μπορεί να περιορίζεται από εθνική ρύθμιση παρά μόνον εάν αυτή δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει και πληροί το κριτήριο της αναλογικότητας [υπόθεση C-174/04]. Επομένως, η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και, ιδίως, των δανείων δεν πρέπει να εμποδίζεται με εθνικές διατάξεις που «είναι σε θέση να αποτρέψουν τους ενδιαφερόμενους να απευθυνθούν σε τράπεζες εγκαταστημένες σε κάποιο άλλο κράτος μέλος» [υπόθεση C-484/93]. Όμως, η εξαγωγή χαρτονομισμάτων μπορεί να υπόκειται σε προηγούμενη δήλωση, όταν πρόκειται για μεγάλα ποσά, για να έχουν οι εθνικές αρχές τη δυνατότητα να προβαίνουν σε ουσιαστικό έλεγχο ώστε να αποτρέπουν παραβάσεις της νομοθεσίας των [Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C­358/93 και C­416/93].

    Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    (C) 2011. Powered by Keystone 5 - Upgraded & supported by Yawd web applications & online invoicing services. Original design by Terasoft.