Λίγοι πολίτες γνωρίζουν ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αποτελείται από δύο χωριστές Συνθήκες:
τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)
. Ακόμη λιγότεροι πολίτες συνειδητοποιούν ότι υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ των δύο Συνθηκών. Η διαφορά ξεκίνησε με τη σύνθετη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Σε αυτή τη Συνθήκη και στις μεταρρυθμίσεις του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στηριζόταν στη δοκιμασμένη «κοινοτική μέθοδο», η οποία είχε ιδρύσει και διαχειριστεί τις κοινές πολιτικές της κοινής αγοράς. Οι νέες πολιτικές της ΕΕ εντάχθηκαν στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και βασίστηκαν σε μια μέθοδο διακυβερνητικής συνεργασίας για να πεισθούν τα ευρωσκεπτικιστικά κράτη μέλη να προχωρήσουν στο στάδιο της πολιτικής ολοκλήρωσης χωρίς να κάνουν εκχωρήσεις εθνικής κυριαρχίας [βλ. το τμήμα 1.1.2]. Οι συνέπειες αυτής της διαφοροποίησης εξετάζονται στις «Ευρωπαϊκές προοπτικές» [βλ. το τμήμα 1.5]. Η Συνθήκη της Λισαβόνας συνεχίζει τη διαφοροποίηση μεταξύ δύο Συνθηκών, αν και η δεύτερη μετονομάστηκε σε «Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» θέτοντας έτσι τέρμα στη σύγχυση μεταξύ της «Κοινότητας» και της «Ένωσης» [βλ. το τμήμα 3.1].
Οι διαδοχικές Συνθήκες σπρώχνουν ολοένα προς τα εμπρός τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τόσο σε βάθος όσο και στο εύρος (τον αριθμό των κρατών μελών). Αυτή η διαδικασία άρχισε το 1951 με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, που αφορούσε μόνο μια τελωνειακή ένωση των δύο αυτών τομέων έξι χωρών. Η τελωνειακή ένωση επεκτάθηκε το 1957 σε όλους τους οικονομικούς τομείς αυτών των χωρών με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ). Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1987 στόχευσε στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και την καθιέρωση μιας πολιτικής συνεργασίας μεταξύ των τότε δώδεκα κρατών μελών [βλ. το τμήμα 2.1]. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 1991, έφερε τη διαδικασία της ολοκλήρωσης ένα βήμα εμπρός με την έναρξη της οικονομικής και νομισματικής ένωσης [βλ. το τμήμα 2.2]. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ, που υπογράφηκε το 1997, επέκτεινε τη διαδικασία ολοκλήρωσης στα περισσότερα θέματα των εσωτερικών και των δικαστικών υποθέσεων δεκαπέντε κρατών μελών [βλ. το τμήμα 2.3]. Η Συνθήκη της Νίκαιας, υπογραφείσα τον Φεβρουάριο του 2001, προετοίμασε τη διεύρυνση της Ένωσης σε δώδεκα νέες χώρες [βλ. το τμήμα 2.4]. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2007, τερμάτισε την κρίση που προκάλεσε η θνησιγενής Συνταγματική Συνθήκη, του Οκτωβρίου 2004, και ενίσχυσε τα όργανα της Ένωσης έτσι ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά με 27 κράτη μέλη [βλ. το τμήμα 2.5].
Η συχνότητα και η δυναμικότητα των αναθεωρήσεων των ευρωπαϊκών Συνθηκών δείχνουν ότι οι συγγραφείς τους, δηλαδή οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, δεν τις θεωρούν σαν κάτι το ιερό και απαραβίαστο, πράγμα που θα οδηγούσε στη στασιμότητα και την παραλυσία, αλλά τις χρησιμοποιούν σαν τελειοποιήσιμα εργαλεία της διαδικασίας της πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Δεδομένου ότι τα προβλήματα των Ευρωπαϊκών κρατών μεταβάλλονται συνεχώς υπό την πίεση εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, οι κοινές πολιτικές πρέπει να εξελίσσονται συνεχώς για να μπορούν να τα αντιμετωπίσουν με επιτυχία. Γι' αυτό αναθεωρούνται συχνά και οι Συνθήκες που αποτελούν την πρωτογενή πηγή του ευρωπαϊκού δικαίου, δηλαδή τη νομική βάση των κοινών πολιτικών. Επομένως η αρνητική ψήφος των Ιρλανδών στο δημοψήφισμα της 12ης Ιουνίου 2008, κινδυνεύει να σταματήσει την πρόοδο της Ένωσης.
Πράγματι, η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι μόνον ένας κρίκος - και ασφαλώς όχι ο τελευταίος -στην αλυσίδα των Συνθηκών που προάγουν την οικονομική και πολιτική ολοκλήρωσή της Ευρώπης. Η διαδικασία ολοκλήρωσης είναι εξελικτική και οι Συνθήκες είναι τα μέσα προόδου [βλ. το τμήμα 1.1.2]. Αλλά, μαζί με την πρόοδο της διαδικασίας ολοκλήρωσης, αυξάνονται οι ευρωφοβικές αντιρρήσεις για την επέκτασή της στον πολιτικό τομέα. Είναι πιθανόν ότι οι μεταρρυθμίσεις, τις οποίες εισάγει η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν θα ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες των πολιτών κάποιων κρατών μελών που θέλουν να δουν την Ένωση τους να ενεργεί σαν πρωταγωνιστής στην παγκόσμια σκηνή, ενώ θα προκαλέσουν τις αντιδράσεις των ευρωσκεπτικιστών άλλων κρατών μελών. Είναι φυσικό σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα (οικογένεια, φυλή, έθνος, ομάδα εθνών...) να υπάρχουν πάντα διαφορές απόψεων ως προς τη διαχείριση των υποθέσεών της. Ο τρόπος λύσης αυτού του προβλήματος που προσφέρει το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας, σύμφωνα με τον οποίον η μειοψηφία πρέπει να ακολουθεί τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την πλειοψηφία. Αυτός ο κανόνας πρέπει, εις το εξής, να εφαρμοστεί για την υπογραφή και την επικύρωση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Ο κανόνας της ομοφωνίας για την επικύρωση των ευρωπαϊκών Συνθηκών πρέπει να αντικατασταθεί από κανόνα πλειοψηφίας των τριών τρίτων, παρόμοιο με αυτόν που ισχύει για την επικύρωση των τροπολογιών του συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών [βλ. το τμήμα 1.5].