Choose language: English French Ελληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Back to search  -  Επόμενη

1.5.3.  Για μια πραγματικά κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας

    Η Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως η θνησιγενής συνταγματική Συνθήκη) θα αύξανε τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην παγκόσμια σκηνή [βλ. το τμήμα 2.5]. Ο μόνιμος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα αντιπροσώπευε την ΄Ενωση στις συζητήσεις μεταξύ των παγκόσμιων ηγετών δίνοντας ένα «πρόσωπο στην Ένωση» [βλ. το τμήμα 4.1.1]. Το γεγονός ότι ο νέος Ύπατος εκπρόσωπος για τις εξωτερικές υποθέσεις και την πολιτική ασφάλειας θα ήταν αντιπρόεδρος της Επιτροπής και θα προήδρευε του «Συμβουλίου εξωτερικών υποθέσεων» θα βοηθήσει την ΕΕ να εργάζεται αποτελεσματικότερα και με συνέπεια στην παγκόσμια σκηνή [βλ. το τμήμα 4.1.2]. Ο ύπατος εκπρόσωπος - βοηθούμενος από μια νέα ευρωπαϊκή υπηρεσία εξωτερικής δράσης, απαρτιζόμενη από υπαλλήλους του Συμβουλίου και της Επιτροπής καθώς και των εθνικών διπλωματικών υπηρεσιών - θα έπρεπε να συνδέει τις διάφορες εκφάνσεις της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, όπως η διπλωματία, η ασφάλεια, το εμπόριο, η ενίσχυση στην ανάπτυξη, η ανθρωπιστική βοήθεια και οι διεθνείς διαπραγματεύσεις. Επίσης, το γεγονός ότι η νέα Συνθήκη θα εκτόπιζε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και θα πρόσφερε μια ενιαία νομική προσωπικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα επέτρεπε σε αυτήν να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες και να προσχωρεί σε διεθνείς οργανισμούς, αυξάνοντας το κύρος της παγκοσμίως [βλ. το τμήμα 3.1]. Η κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας θα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και θα εξασφάλιζε στην Ένωση επιχειρησιακή ικανότητα βασισμένη σε μη στρατιωτικά και στρατιωτικά μέσα, τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί σε αποστολές εκτός της Ένωσης προκειμένου να διασφαλίζει τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας. Σημαντικό είναι επίσης το ότι σε περίπτωση που κράτος μέλος θα δεχόταν ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη θα όφειλαν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα στη διάθεσή τους. Ένας Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας θα προσδιόριζε τις επιχειρησιακές ανάγκες, θα προωθούσε μέτρα για την ικανοποίησή τους, θα συνέβαλλε στον προσδιορισμό και, ενδεχομένως, στην υλοποίηση κάθε μέτρου πρόσφορου για την ενίσχυση της βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης του αμυντικού τομέα, θα συμμετείχε στον προσδιορισμό ευρωπαϊκής πολιτικής δυνατοτήτων και εξοπλισμών και θα επικουρούσε το Συμβούλιο στην αξιολόγηση της βελτίωσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων (άρθρο 28 Α ΣΕΕ, Λισαβόνα).

    Όλα αυτά φαίνονται πολύ καλά, αλλά ο κανόνας της ομοφωνίας ισχύει με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως και με το σχέδιο Συντάγματος) σχετικά με την ΚΕΠΠΑ. Αν και όταν αυτή η Συνθήκη τεθεί σε εφαρμογή, η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας θα συνεχίσει να χαράσσεται και να υλοποιείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο, τα οποία θα αποφασίζουν με ομοφωνία, πλην των περιπτώσεων στις οποίες οι Συνθήκες θα ορίζουν άλλως. Η θέσπιση νομοθετικών πράξεων θα αποκλείεται (άρθρο 10 Γ, Λισαβόνα). Στην πραγματικότητα, οι ευρωπαϊκές αποφάσεις σε θέματα ΚΕΠΠΑ θα παίρνοντανι από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο των Υπουργών ομόφωνα, εκτός αν εφήρμοζαν αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που είχαν ληφθεί ομόφωνα ή αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ομόφωνα αποφάσιζε ότι το Συμβούλιο (των Υπουργών) μπορούσε να λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία (άρθρο 15β, Λισαβόνα). Επιπλέον, ο κανόνας της ομοφωνίας αποτρέπει όχι μόνο μια γνήσια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας αλλά και την επικύρωση και τη θέση σε ισχύ της ίδιας της Συνθήκης της Λισαβόνας. Ό,τι και αν λένε οι ευρωφοβικοί κύκλοι για το αντίθετο, αυτό είναι το κατ' εξοχήν δημοκρατικό έλλειμμα , δηλαδή η περιφρόνηση της βούλησης των λαών για την πρόοδο της διαδικασίας της ολοκλήρωσης και για την πολιτική ωρίμανση της ένωσης τους [βλ. το τμήμα 9.5].

    Είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια από τα κράτη μέλη της τωρινής ΕΕ δεν θα είναι διατεθειμένα να εκχωρήσουν στην Ένωση τις απαραίτητες εξουσίες για την ανάπτυξη μιας πραγματικής κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Η μέχρι τώρα πείρα καταδεικνύει ότι, αν η κοινή γνώμη σε ορισμένα κράτη είναι αρνητική ως προς ένα θέμα, π.χ. το ενιαίο νόμισμα, τότε, ακόμη και αν το θέλουν οι πολιτικοί σε αυτά τα κράτη, δεν μπορούν να ακολουθήσουν την κοινή πορεία [βλ. το τμήμα 7.2.3]. Σε μια Κοινότητα/Ένωση εικοσιεπτά κρατών είναι πολύ πιθανό μια κυβέρνηση, ένα κοινοβούλιο ή μια λαϊκή ετυμηγορία να σταματήσει την πορεία όλων των άλλων, μέσω της αρνησικυρίας της θέσπισης ή της αναθεώρησης μιας Συνθήκης (είτε αυτή λέγεται συνταγματική είτε όχι).

    Έτσι, το ερώτημα τίθεται: τα κράτη μέλη των οποίων οι πολίτες επιθυμούν μια πραγματική κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας θα εμποδίζονται για πάντα από τους εταίρους των, οι οποίοι θέλουν να διατηρήσουν ανέπαφες τις εθνικές εξουσίες παρά να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν μια υπερδύναμη ικανή να εξυπηρετεί καλύτερα τα κοινά συμφέροντά τους; Η πιθανή απάντηση είναι ότι αργά ή γρήγορα ένας αριθμός κρατών, υπό την πίεση των πολιτών τους, θα θελήσουν να αποκτήσουν την ελευθερία να προχωρήσουν στο στάδιο της πολιτικής ένωσης και έτσι να δημιουργήσουν μια αληθινά κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Είναι πιθανό ότι αυτή θα είναι η ομάδα των κρατών, τα οποία θα έχουν ενιαίο νόμισμα επιπλέον της ενιαίας αγοράς. Τα συμφέροντα αυτών των κρατών θα γίνονται όλο και πιο κοινά και είναι φυσικό σύντομα να αισθανθούν την ανάγκη να τα υποστηρίξουν από κοινού μέσω μιας πραγματικής κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

    Το συμπληρωματικό ερώτημα στο παραπάνω είναι: πως τα κράτη μέλη της ΕΕ, τα οποία θέλουν να προχωρήσουν στο στάδιο της πολιτικής ένωσης, θα το επιτύχουν, εφόσον ισχύει ο κανόνας της ομοφωνίας για την αναθεώρηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εφόσον κάποιοι από εκείνους που έχουν υπογράψει αυτή τη Συνθήκη δεν θέλουν να κάνουν τις εκχωρήσεις των αρμοδιοτήτων που απαιτεί αυτό το νέο βήμα της ολοκλήρωσης; Υπάρχουν δύο πιθανές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Η σχετικά εύκολη αλλά περιορισμένη μέθοδος για τη δημιουργία μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας είναι η ενισχυμένη συνεργασία μερικών κρατών μελών, η οποία προβλέπεται από την ισχύουσα Συνθήκη της Νίκαιας και ενδυναμώνεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Η πιο δύσκολη αλλά και πιο ισχυρή μέθοδος για την πρόοδο προς την πολιτική ένωση της Ευρώπης θα ήταν η σύνταξη και υιοθέτηση κατά δημοκρατικό τρόπο μιας Συνθήκης, η οποία θα δεσμεύει μόνο το κράτη μέλη που θα την έχουν υπογράψει και επικυρώσει. Ας εξετάσουμε αυτές τις δύο πιθανότητες.

    Η ενισχυμένη συνεργασία στο πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας διευκολύνεται με τη Συνθήκη της Νίκαιας [βλ. τα τμήματα 4.3 και 8.1.2] και ακόμη περισσότερο με το σχέδιο Συντάγματος. Αυτό το τελευταίο προβλέπει ότι η έγκριση για την καθιέρωση μιας ενισχυμένης συνεργασίας χορηγείται από το Συμβούλιο των Υπουργών υπό τον όρο ότι θα συμμετέχουν σε αυτήν τουλάχιστον εννέα κράτη μέλη (άρθρο 10, Λισαβόνα). Αλλά, με τη μέθοδο της ενισχυμένης συνεργασίας, η πρόοδος στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας θα γίνεται περιπτωσιακά και μπορεί να αφορά ένα αριθμό κρατών μελών σε ορισμένες περιπτώσεις και άλλον αριθμό σε άλλες περιπτώσεις.

    Θα είναι πολύ καλύτερα αν τα κράτη μέλη, τα οποία θέλουν να ενεργοποιήσουν μια αληθινή κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, θεσπίσουν όλους τους κανόνες, οι οποίοι θα αφορούν αυτή την κοινή πολιτική, με μια «Συνθήκη για μια Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση».  Ασφαλώς, το μεγάλο εμπόδιο στη σύλληψη, στην υπογραφή και στην επικύρωση μιας τέτοιας Συνθήκης είναι η απαίτηση ομοφωνίας. Επιπλέον αυτού του προβλήματος έρχεται η δυνατότητα που δίνεται σε μερικές χώρες να θέσουν σε δημοψήφισμα την επικύρωση μιας Ευρωπαϊκής Συνθήκης, παρά την εμπειρία που υπάρχει ότι τέτοια μεμονωμένα δημοψηφίσματα (δηλαδή σε μερικές χώρες και όχι σε όλες συγχρόνως) δίνουν σχεδόν πάντα αρνητικά αποτελέσματα, λόγω του ελλείμματος πληροφόρησης και της υπονομευτικής δραστηριότητας των ευρωσκεπτικιστικών μέσων και των ευρωφοβικών κομμάτων [βλ. τα τμήματα 2.5 και 9.5]. Επομένως, η αναζήτηση διεξόδου από το αδιέξοδο που προκλήθηκε από την απόρριψη της Συνθήκης της Λισαβόνας από τον Ιρλανδικό λαό πρέπει, συγχρόνως, να δείχνει τον τρόπο αποφυγής της εκ νέου δημιουργίας του σε μια μελλοντική τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών.

    Προηγούμενη  -  Back to search  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    Terasoft