Ο αυξανόμενος αριθμός των μελών της Κοινότητας/Ένωσης καταδεικνύει την εκπληκτική έλξη της διαδικασίας της πολυεθνικής ολοκλήρωσης, συγκρινόμενης με την αντίπαλο της, τη διακυβερνητική συνεργασία. Τα κράτη που στην αρχή εκθείαζαν την τελευταία μέθοδο, ήρθαν, το ένα μετά το άλλο, να ζητήσουν τη συμμετοχή τους στη διαδικασία ολοκλήρωσης. Τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, τα οποία απέχουν ακόμη από τη διαδικασία, ακολουθούν, χάρη στη συμφωνία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), πολλές από τις πολιτικές που αποφασίζουν τα κράτη που συμμετέχουν στη διαδικασία. Τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία μετά την απελευθέρωσή τους από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ της ένταξης στη ζώνη των ελευθέρων συναλλαγών του ΕΟΧ και της ένταξης στον εσωτερικό κύκλο της ΕΚ/ΕΕ, επέλεξαν χωρίς δισταγμό τον δεύτερο. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη της επιτυχίας της πολυεθνικής ολοκλήρωσης από την έλξη την οποίαν ασκεί στα γύρω κράτη.
Ακόμη πιο εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι ο αριθμός των μελών συνέχισε να αυξάνεται συγχρόνως με τον αριθμό των αποστολών που αναλάμβανε η ομάδα, πράγμα που σημαίνει ότι οι νεόφερτοι προσχωρούσαν σε μια όλο και στενότερη ένωση και αναλάμβαναν την υποχρέωση να υιοθετήσουν όλο το «κοινοτικό κεκτημένο», δηλαδή όλη τη νομοθεσία που είχαν θεσπίσει τα όργανα που είχαν ιδρύσει τα παλαιότερα μέλη. Επομένως, όταν υπέγραψαν και επικύρωσαν αυτές τις Συνθήκες είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια διαδικασία χωρίς καθορισμένο τέλος, αλλά με διακηρυγμένο στόχο την ολοένα στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης [Προοίμιο Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και Προοίμιο Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας] . Αυτό σημαίνει ότι τα νέα μέλη και οι αιτούντες την ένταξη ελκύονται από τα οικονομικά και πολιτικά οφέλη της ολοκλήρωσης, τα οποία, γι' αυτούς, υπερκαλύπτουν το μειονέκτημα της εκχώρησης τμημάτων της εθνικής κυριαρχίας τους σε υπερεθνικούς θεσμούς.
Οι διευρύνσεις του 2004 και του 2007 ήταν επιτυχίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βοήθησαν στην επανένωση της Ευρώπης και συνέβαλαν στην ειρήνη και τη σταθερότητα σε όλη την ήπειρο. Ενέπνευσαν μεταρρυθμίσεις και παγίωσαν τις κοινές αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου καθώς επίσης και της οικονομίας της αγοράς. Η ευρύτερη εσωτερική αγορά και η οικονομική συνεργασία αύξησαν την ευημερία και την ανταγωνιστικότητα, επιτρέποντας στη διευρυμένη ένωση να ανταποκριθεί καλύτερα στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Οι διευρύνσεις ενίσχυσαν επίσης το βάρος της ΕΕ στον κόσμο και την έχουν κάνει έναν ισχυρότερο διεθνή εταίρο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών (14-15 Δεκεμβρίου 2006) επιβεβαίωσε ότι το μέλλον των δυτικών Βαλκανίων βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επανέλαβε ότι η πρόοδος κάθε χώρας προς την ΕΕ εξαρτάται από τις μεμονωμένες προσπάθειές της να συμμορφωθεί με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και την τήρηση των προϋποθέσεων της διαδικασίας σταθεροποίησης και σύνδεσης [βλ. το τμήμα 25.2].
Η έλξη συνεχίζεται και είναι πιθανό ότι όλες οι χώρες στην περιφέρεια της Ένωσης θα ζητήσουν κάποτε συμμετοχή σε αυτήν. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η συνεχής διεύρυνση της Ένωσης όσο το ότι οι παρούσες δομές και οι θεσμοί της Ένωσης δεν αντέχουν τη συνεχή επέκταση χωρίς την ενδυνάμωσή τους. Η υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας ήταν μια πρώτη προσπάθεια ενίσχυσης των θεσμών και των δομών της διευρυμένης Ένωσης. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις που επέφερε αυτή η Συνθήκη δεν αρκούν πιθανότατα για να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες των πολιτών της Ένωσης στο εσωτερικό και κυρίως στο εξωτερικό πεδίο [βλ. το τμήμα 1.5.2].
Οι κοινές πολιτικές, όπως όλες οι δημόσιες πολιτικές, υπάρχουν για να καλύπτουν κοινωνικο-πολιτικές ανάγκες, οι οποίες υπάρχουν σε ορισμένη κοινότητα ανθρώπων ή εθνών σε ορισμένη χρονική στιγμή. Επομένως, όχι μόνον οι στόχοι που τα κράτη μέλη θέτουν για κάθε κοινή πολιτική, αλλά και τα μέσα, τα οποία διαθέτουν στα κοινά όργανα προς επίτευξή τους καθώς και τα μέτρα που αυτά τα τελευταία παίρνουν για να τις εφαρμόσουν μεταβάλλονται ανάλογα με τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες τις οποίες αντιμετωπίζουν σε δεδομένη στιγμή τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στη διαδικασία ολοκλήρωσης. Στην περίπτωση της ΕΚ/ΕΕ, οι κοινές πολιτικές βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη, όπως καταδεικνύεται, για όλες, από τις συνεχείς τροποποιήσεις των κοινοτικών νόμων (κανονισμών, οδηγιών, κλπ.) που τις υλοποιούν και, για ορισμένες από αυτές (π.χ., γεωργική, περιφερειακή, κοινωνική, έρευνας), από τις συχνές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες έχουν υποστεί χάρη στην αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης. Επιπλέον, κάθε κοινή πολιτική τείνει να διαχέεται στα πεδία άλλων κοινών πολιτικών, να δημιουργεί ανάγκες, να προκαλεί αλληλεπιδράσεις και να συντηρεί την ανάπτυξή τους.