Choose language: English French Ελληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

1.1.2.  Εμπειρική προσέγγιση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

    Η πολυεθνική ολοκλήρωση μπορεί να οριστεί ως η εθελούσια ίδρυση με συνθήκη ή άλλη δεσμευτική συμφωνία, συναπτόμενη μεταξύ ανεξαρτήτων κρατών, κοινών θεσμικών οργάνων και η σταδιακή ανάπτυξη από αυτά κοινών πολιτικών που επιδιώκουν κοινούς στόχους και εξυπηρετούν κοινά συμφέροντα. Δεδομένου ότι είναι «εθελούσια», η διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης διακρίνεται σαφώς από οποιαδήποτε μορφή καταπιεστικής διακυβέρνησης ή επιβεβλημένου συνασπισμού εθνών ή κρατών. Μια διαδικασία «πολυεθνικής» ολοκλήρωσης (multinational integration) μεταξύ ορισμένων κρατών πρέπει να διακρίνεται από μια χαλαρή «διεθνή ολοκλήρωση» (international integration), η οποία αφορά όλα ή τα περισσότερα κράτη του κόσμου, όπως συμβαίνει π.χ. στα πλαίσια του ΟΗΕ και των διαφόρων κλαδικών ή περιφερειακών οργανώσεων του. Πρέπει επίσης να διακρίνεται από την «περιφερειακή ολοκλήρωση» (regional integration), μια έννοια που χρησιμοποιείται συχνά σχετικά με την ολοκλήρωση διαφόρων κρατών μιας περιοχής του κόσμου, αλλά που πρέπει στην πραγματικότητα να αναφέρεται στην ολοκλήρωση διαφόρων περιοχών ενός κράτους, μια διαδικασία που διεξάγεται συνεχώς στα περισσότερα κράτη του κόσμου. Πολυεθνική ολοκλήρωση μπορεί να υπάρχει μέσα σε ένα κράτος με διάφορες εθνότητες, αλλά, σε αυτήν την περίπτωση, οι θεσμοί της βασίζονται σε ένα ομοσπονδιακό σύνταγμα μάλλον παρά σε μια συνθήκη μεταξύ ανεξαρτήτων κρατών.

    Η «σταδιακή ανάπτυξη» κοινών πολιτικών υπονοεί ότι η πολυεθνική ολοκλήρωση είναι μια συνεχώς εξελισσόμενη διαδικασία χωρίς σαφώς καθορισμένο τέλος. Το ότι η διαδικασία είναι εθελούσια σημαίνει ότι ανεξάρτητα κράτη μπορεί να προσχωρήσουν σε αυτήν ανά πάσα στιγμή ακολουθώντας τις διαδικασίες και τα κριτήρια που έχουν ορίσει οι εταίροι, ή να την εγκαταλείψουν, εάν θεωρήσουν ότι οι κοινές πολιτικές που αναπτύσσονται ή προετοιμάζονται από τους εταίρους, σύμφωνα με τον ορισμό του κοινού συμφέροντος από την πλειοψηφία, δεν συμβαδίζει πλέον με τα εθνικά τους συμφέροντα.

    Ο πρωταρχικός σκοπός της πολυεθνικής ολοκλήρωσης είναι η επίτευξη ειρήνης και ασφάλειας μεταξύ των κρατών μελών καθώς και μεταξύ αυτών και του λοιπού κόσμου. Αλλά, αντίθετα από μια στρατιωτική συμμαχία όπου ο σκοπός αυτός επιδιώκεται με διάφορες δεσμεύσεις και εγγυήσεις πολιτικής και στρατιωτικής φύσης, μια οργάνωση πολυεθνικής ολοκλήρωσης δημιουργείται σταδιακά μέσω ενός μεγάλου αριθμού κοινών πολιτικών, οι οποίες εδραιώνουν κοινά συμφέροντα και προάγουν την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. Όπως έλεγε ο Jean Monnet, ο πνευματικός πατέρας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η «ένωση μεταξύ ατόμων ή κοινοτήτων δεν είναι κάτι το φυσικό· είναι το αποτέλεσμα ενός διανοητικού συλλογισμού, ο οποίος έχει σαν αφετηρία τη διαπίστωση της ανάγκης αλλαγής... Tο ουσιώδες είναι, να υπάρχουν μεταξύ των ατόμων ή των κοινοτήτων, κοινά συμφέροντα».

    Σύμφωνα με την ορολογία της ΕΚ/ΕΕ, «κοινές πολιτικές» είναι αυτές οι οποίες αντικαθιστούν βασικά στοιχεία των εθνικών πολιτικών (γεωργική, αλιείας, εμπορίου). Οι πολιτικές που υποστηρίζουν και συμπληρώνουν τις εθνικές πολιτικές αποκαλούνται «κοινοτικές πολιτικές». Όμως, στην πραγματικότητα, η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών δεν είναι σαφής. Πράγματι, όλες οι κοινές πολιτικές, είτε προσδιορίζονται ως τέτοιες από τις Συνθήκες είτε από τις πρακτικές τους εφαρμογές, βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη. Ξεκινούν σαν απλοί στόχοι που έχουν προσδιοριστεί ειδικά ή γενικά από τις Συνθήκες ή από τα θεσμικά όργανα και αναπτύσσονται βαθμιαία με κοινές ή «κοινοτικές» νομικές πράξεις. Η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) δηλώνει ρητά στο άρθρο 2 ότι «η Κοινότητα έχει ως αποστολή, με τη δημιουργία κοινής αγοράς, οικονομικής και νομισματικής ένωσης και με την εφαρμογή των κοινών πολιτικών ή δράσεων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4, να προάγει στο σύνολο της Κοινότητας την αρμονική, ισόρροπη και αειφόρο (sic) ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων...». Τα άρθρα 3 και 4 της ΣΕΚ χρησιμεύουν πράγματι σαν νομικές βάσεις για κοινές πολιτικές σε μεγάλο αριθμό τομέων ή κοινών δράσεων σε μερικούς άλλους τομείς (η διάκριση μεταξύ κοινών πολιτικών και κοινών δράσεων έχοντας μάλλον ποσοτικό παρά ποιοτικό χαρακτήρα). Στην πραγματικότητα, το άρθρο 3 αναφέρει «κοινές πολιτικές» σε ορισμένους τομείς και «πολιτικές» ή «μέτρα» σε άλλους τομείς, αλλά η διάκριση μεταξύ μιας «κοινής πολιτικής», μιας «πολιτικής» (εννοείται κοινοτικής) και «μέτρων» (εννοείται κοινοτικών) δεν έχει πρακτική σημασία. Πολλά κοινοτικά μέτρα σε ένα τομέα καταλήγουν στο να δημιουργήσουν μια κοινοτική πολιτική. Στο παρόν βιβλίο, οι όροι «κοινή πολιτική» και «κοινοτική πολιτική» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, καθώς ο δεύτερος εκλαμβάνεται ως σημαίνων «την κοινή πολιτική των κρατών μελών της Κοινότητας» σε ένα πεδίο.

    Οι κοινές πολιτικές, που αναπτύσσονται βαθμιαία από τους πρωταγωνιστές της διαδικασίας, προάγουν την πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση των συμμετεχόντων κρατών. Αν και η πολυεθνική ολοκλήρωση εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις, επιδρά πολύ επί των οικονομιών των κρατών μελών. Με επιταχυνόμενο ρυθμό κατά τα στάδια της τελωνειακής ένωσης, της κοινής αγοράς και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης [βλ. το 2ο μέρος], ανοίγει τις συμμετέχουσες οικονομίες στο πολυεθνικό εμπόριο και στον ανταγωνισμό. Οι οικονομίες των κρατών μελών επηρεάζονται πολύ από τις κοινές οικονομικές και άλλες αποφάσεις. Καθώς οι οικονομίες αυτές ανοίγονται σταδιακά στο διεθνές εμπόριο και τον ανταγωνισμό, όλες οι παράμετροι αλλάζουν: το εμπόριο αυξάνεται πάρα πολύ μέσα στη μεγάλη εσωτερική αγορά, οι όροι της προσφοράς και της ζήτησης μεταβάλλονται σημαντικά, οι κρατικές παρεμβάσεις περιορίζονται και νέες δυναμικές ροπές τίθενται σε κίνηση, όσον αφορά ιδίως τις ευκαιρίες εμπορίου και επενδύσεων. Η δημιουργία ή/και η επέκταση πολυεθνικών επιχειρήσεων και οι διασταυρωμένες επενδύσεις μεταξύ τους και με εθνικές επιχειρήσεις τείνουν να συνδέσουν στενότερα τις οικονομίες. Οι κοινές πολιτικές θεμελιώνουν έτσι μια πολιτική οικονομία νέας υφής και μορφής, η οποία επηρεάζει τις ενέργειες των πολιτικών ηγετών και τις δραστηριότητες των επιχειρηματιών των κρατών μελών.

    Προκαλώντας πιο σκληρές συνθήκες ανταγωνισμού από τις υπάρχουσες μέσα στις προηγουμένως προστατευμένες οικονομίες, η πολυεθνική ολοκλήρωση επιφέρει πράγματι ριζικές αλλαγές στις επιχειρηματικές συνήθειες και δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες. Έπεται ότι οι επιχειρηματικές οργανώσεις, οι οποίες αποτελούν ισχυρές ομάδες συμφερόντων, επιδιώκουν να επηρεάσουν τη διαδικασία της ολοκλήρωσης κατά τρόπο που να ευνοεί τα συμφέροντά τους. Επεμβαίνουν με αιτήματα, προτάσεις ή κριτικές που απευθύνουν στους πρωταγωνιστές - τα κοινά όργανα και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών - σε διάφορα στάδια της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων σχετικά με ειδικές πολιτικές ή και με την όλη πρόοδο της διαδικασίας ολοκλήρωσης [βλ. το τμήμα 9.4].

    Αν και είναι πρωταρχικής σημασίας, οι οικονομικές πιέσεις δεν αρκούν για να θέσουν σε κίνηση τη διαδικασία της ολοκλήρωσης. Ο απαραίτητος όρος για την εκκίνηση της διαδικασίας πολυεθνικής ολοκλήρωσης είναι η ειλικρινής επιδίωξη των πολιτικών, οικονομικών και άλλων ηγετών (elite) γειτονικών χωρών να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των εθνών τους, μάλλον παρά τα προσωπικά τους συμφέροντα ή εκείνα μιας τάξης ή κοινωνικής ομάδας. Υπό αυτόν τον όρο - ο οποίος συνεπάγεται δημοκρατικά καθεστώτα - οι οικονομικοί και πολιτικοί ηγέτες θα συμφωνήσουν αργά ή γρήγορα ότι η απελευθέρωση του εμπορίου εξυπηρετεί καλύτερα τους υπέρτατους εθνικούς στόχους της ειρήνης και της ευημερίας από τις ισχύουσες προστατευτικές οικονομικές πολιτικές [βλ. τα τμήματα 5.1 και 6.1]. Εάν δεχθούν αυτή τη θέση, έχουν μια επιλογή: ή να επιδιώξουν την αμοιβαία απελευθέρωση του εμπορίου με διακυβερνητική συνεργασία ή να ξεκινήσουν τη διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης.

    Η διακυβερνητική συνεργασία είναι ένα συμβατικό καταφύγιο των εθνικών συμφερόντων, βασισμένο στα καλά εμπεδωμένα τείχη της εθνικής κυριαρχίας, φυλασσόμενα από τις εθνικές κυβερνήσεις. Δεν απαιτεί ισχυρά κεντρικά θεσμικά όργανα ή ευρεία κοινή νομοθεσία. Μολονότι βασίζεται συνήθως σε Συνθήκη, η οποία προβλέπει κυβερνητικές ενέργειες και συμπεριφορές για τη μείωση των εμποδίων του εμπορίου και κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης από ένα συμμετέχον κράτος, ο σεβασμός της συμφωνίας εξαρτάται περισσότερο από την καλή θέληση των συμμετεχουσών κυβερνήσεων παρά από κοινή νομοθεσία που θεσπίζουν και επιβάλλουν υπερεθνικά όργανα. Υπογράφοντας μια συμφωνία διακυβερνητικής συνεργασίας για απελευθέρωση του εμπορίου, όπως αυτή της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) ή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), μια κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει την ελευθερία δράσης της στο πεδίο των δασμών και του εμπορίου, αλλά δεν εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα σε αυτόν τον τομέα. Σε περίπτωση σοβαρής διένεξης με τους εταίρους της, μπορεί να ελευθερώσει το κράτος της από τις υποχρεώσεις του χωρίς σοβαρές νομικές ή πολιτικές επιπτώσεις, άλλες από την ταυτόχρονη απώλεια των δικαιωμάτων που παρέχει η συμφωνία.

    Η πολυεθνική ολοκλήρωση, αντίθετα, είναι μια δυναμική επιχείρηση προώθησης των εθνικών συμφερόντων, εξαρτώμενη από πολλές άγνωστες εσωτερικές και εξωτερικές παραμέτρους και ωθούμενη συνεχώς προς τα εμπρός από τις διαρκώς εξελισσόμενες απαιτήσεις των εταίρων και από την πρόσθετη ενέργεια που παρέχει η συνένωση των δυνάμεών τους. Ενώ προωθεί ισόρροπα τα συμφέροντα των μικρών και των μεγάλων κρατών, απαιτεί και οδηγεί προοδευτικά στη θεσμοθέτηση πολλών κοινών πολιτικών, στην εναρμόνιση των νομοθεσιών και στην κοινή διαχείριση σημαντικών τμημάτων των εθνικών κυριαρχιών. Τα μικρά και μεσαία κράτη που συμμετέχουν στη διαδικασία έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιδιώκουν κοινούς στόχους επιπλέον της απελευθέρωσης του εμπορίου. Εκτός από αυτόν τον στόχο, τα κράτη που συμμετέχουν σε διαδικασία ολοκλήρωσης αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ελευθερώσουν τις κινήσεις των προσώπων και των κεφαλαίων και να διευκολύνουν την εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών των επιχειρήσεων των εταίρων. Οι νομικές πράξεις που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των στόχων δημιουργούν στερεούς και πολυάριθμους δεσμούς μεταξύ των οικονομιών, των κοινωνιών και των διοικήσεων των συμμετεχόντων κρατών. Αν και οι κυβερνήσεις έχουν θεωρητικά τη δυνατότητα να αποσπασθούν από τη διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης, αυτοί οι δεσμοί καθιστούν την απόσπαση όλο και περισσότερο δύσκολη και δαπανηρή. Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να ακολουθούν όλο και πιο αυστηρά τους κανόνες που έθεσε η Συνθήκη, την οποία υπέγραψαν και επικύρωσαν, Συνθήκη η οποία αναθεωρείται τακτικά για να επιτρέπει την πρόοδο της διαδικασίας ολοκλήρωσης.

    Επομένως, η δεύτερη επιλογή, δηλαδή η θεμελιώδης απόφαση ορισμένων κρατών να εγκαθιδρύσουν μια διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης, σκιαγραφόμενη σε συνθήκη που υπογράφουν και επικυρώνουν οι κυβερνήσεις τους, είναι ο καταλύτης που προκαλεί μια σειρά δευτερογενών αποφάσεων, οι οποίες διαμορφώνουν διάφορες κοινές πολιτικές. Εάν η εφαρμογή αυτών των αρχικών κοινών πολιτικών δώσει ικανοποιητικά αλλά όχι άριστα οικονομικά αποτελέσματα, θα κάνει εμφανή την ανάγκη για επιπλέον κοινές πολιτικές και θα έχει έτσι ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στη διαδικασία. Δεν υπάρχει προβλεπτό τέρμα αυτής της διαδικασίας, γιατί αυτή εξαρτάται από πολλούς και διάφορους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες. Ανάλογα με τα ερεθίσματα που προκαλούν στους πρωταγωνιστές αυτοί οι παράγοντες, η διαδικασία μπορεί πρόσκαιρα να επιβραδύνεται ή να επισπεύδεται, αλλά η γενική τάση της διαδικασίας είναι η συνεχής πρόοδος. Βίαιο τέλος της διαδικασίας πολυεθνικής ολοκλήρωσης μπορεί θεωρητικά να υπάρξει, αλλά γίνεται όλο και πιο απίθανο, καθώς αυτή συνεχώς ενδυναμώνει και πολλαπλασιάζει τους οικονομικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς δεσμούς μεταξύ των συμμετεχόντων εθνών.

    Η πολυεθνική ολοκλήρωση βασίζεται σε κοινές πολιτικές, οι οποίες αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται χάρη στην κοινοτική μέθοδο λήψης των αποφάσεων που την χαρακτηρίζει. Επομένως, οι κοινές πολιτικές είναι τα βασικά στοιχεία της πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Κοινή πολιτική, όσον αφορά τη διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης, είναι ένα σύνολο κανόνων, αποφάσεων, ενεργειών και συμπεριφορών που προτείνονται ή θεσπίζονται από τα κοινά θεσμικά όργανα, τα οποία έχει ιδρύσει μια ομάδα κρατών [βλ. το τμήμα 4.1] και που εφαρμόζονται από τα κοινά όργανα και τα κράτη μέλη. Μια «πραγματική» κοινή πολιτική (που πρέπει να διακρίνεται από μια απλώς κατ' όνομα τέτοια) πρέπει να εφαρμόζεται από όλους τους συμμετέχοντες και, γι' αυτό, πρέπει να ελέγχεται από υπερεθνικές εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες. Επομένως, όταν θεσπίζουν μια κοινή πολιτική, οι συμμετέχοντες συμφωνούν να εκχωρήσουν ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα σε κοινούς υπερεθνικούς θεσμούς. Αυτή η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στα πλαίσια κοινών πολιτικών είναι το κύριο μειονέκτημα, αλλά επίσης και το βασικό χαρακτηριστικό της πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Εξηγεί γιατί οι κοινές πολιτικές θεσπίζονται τόσο δύσκολα, αλλά επίσης γιατί, αφότου θεσπιστούν, είναι τα κύρια συνεκτικά στοιχεία όλου του πολυεθνικού οικοδομήματος. Έτσι, οι κοινές πολιτικές διακρίνουν την πολυεθνική ολοκλήρωση από τη διακυβερνητική συνεργασία και εξηγούν τον εθνικιστικό σκεπτικισμό έναντι της πρώτης.

    Υπάρχουν τέσσερις τύποι κοινών πολιτικών: οι βασικές και οι δευτερ0γενείς, οι οριζόντιες και οι τομεακές. Βασικές είναι οι κοινές πολιτικές, των οποίων οι βασικοί στόχοι εγγράφονται στην ίδια τη Συνθήκη και, επομένως, εγκρίνονται τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα κοινοβούλια όλων των κρατών μελών. Δευτερογενείς κοινές πολιτικές είναι εκείνες που ορίζονται από τα κοινά νομοθετικά όργανα μέσα στα πλαίσια των βασικών κοινών πολιτικών και ακολουθώντας την κοινοτική μέθοδο λήψης των αποφάσεων. Τόσο οι βασικές όσο και οι δευτερεύουσες κοινές πολιτικές διακρίνονται σε οριζόντιες (όπως η περιφερειακή, η κοινωνική και του ανταγωνισμού), οι οποίες επηρεάζουν τις γενικές συνθήκες των οικονομιών και των κοινωνιών των κρατών μελών και σε κοινές τομεακές πολιτικές, οι οποίες αφορούν ορισμένους τομείς των οικονομιών των κρατών μελών (κυρίως τη βιομηχανία, την ενέργεια, τις μεταφορές, τη γεωργία και την αλιεία). Όλες οι κοινές πολιτικές μπορούν να καταταχθούν σε κατηγορίες φθίνουσας σημασίας, ανάλογα με την έκταση του πεδίου που καλύπτει η καθεμία.

    Η ίδια η πολυεθνική ολοκλήρωση είναι η πιο σημαντική βασική κοινή πολιτική, εφόσον έχει επιλεγεί πρωταρχικά από έναν αριθμό κρατών κατά προτίμηση από τον απομονωτισμό ή τη διακυβερνητική συνεργασία. Η ολοκλήρωση είναι, πράγματι, η βασική απόφαση κοινής πολιτικής (ο κορμός), η οποία αποφασίζεται εθελούσια και από κοινού, με συνθήκη, και από την οποία εξαρτώνται ή προέρχονται όλες οι άλλες κοινές πολιτικές (όπως τα κλαδιά ενός δέντρου). Καθώς η διαδικασία ολοκλήρωσης εξελίσσεται κατά στάδια, η μετάβαση από ένα στάδιο στο επόμενο - από την τελωνειακή ένωση στην κοινή αγορά και κατόπιν στην οικονομική και νομισματική ένωση και τελικά στην πολιτική ένωση - θεωρείται επίσης σαν απόφαση βασικής κοινής πολιτικής και καταγράφεται σε συνθήκη [βλ. το 2ο μέρος]. Αυτές οι κοινές πολιτικές, οι οποίες μορφοποιούν τα στάδια της διαδικασίας ολοκλήρωσης, είναι οι πιο σημαντικές. Μεταφορικά μπορεί να παρασταθούν σαν μεγάλοι κλάδοι του δέντρου της ολοκλήρωσης. Από αυτούς εκφύονται λεπτότεροι κλάδοι που αφορούν λιγότερο σημαντικές βασικές κοινές πολιτικές, οι οποίες εγγράφονται επίσης στη Συνθήκη, π.χ., για τον ανταγωνισμό, την προστασία του περιβάλλοντος ή τη γεωργία. Από αυτές τις βασικές κοινές πολιτικές προέρχονται όλο και πιο λεπτομερειακές δευτερογενείς πολιτικές, οι οποίες θεσπίζονται από τα κοινά θεσμικά όργανα και εφαρμόζονται από αυτά και από τα κράτη μέλη. Για την προστασία του περιβάλλοντος, π.χ., πρέπει να υπάρχει μια γενική πολιτική για την προστασία της ατμόσφαιρας και, έπειτα, ειδικά μέτρα, τα οποία επιδιώκουν αυτόν τον στόχο και ορίζονται σε κανονισμούς, οδηγίες και αποφάσεις. Αυτά τα ειδικά μέτρα μπορεί να χαρακτηριστούν σαν ειδικές κοινές πολιτικές.

    Οι κοινές πολιτικές υλοποιούνται όταν, όπου και στην έκταση που οι κυβερνήσεις, οι οποίες εκπροσωπούν τα κράτη μέλη μιας συμφωνίας ολοκλήρωσης, πιστεύουν ότι τα συμφέροντα των κρατών τους εξυπηρετούνται καλύτερα από αυτές παρά από εθνικές πολιτικές. Για να εξασφαλίσει την υποστήριξη των κρατών μελών, η διατύπωση μιας κοινής πολιτικής πρέπει να αναφέρει την κοινή ανάγκη που την καλεί, τους κοινούς στόχους, τους οποίους επιδιώκει και το κοινό συμφέρον το οποίο εξυπηρετεί. Το βασικό στοιχείο μιας κοινής πολιτικής είναι ο ορισμός του κοινού συμφέροντος στους στόχους και τα μέτρα που πλαισιώνει. Αυτός ο ορισμός πρέπει να ικανοποιεί όλα τα κράτη μέλη καθόσον αφορά τις θεμελιώδεις κοινές πολιτικές και τα περισσότερα κράτη μέλη καθόσον αφορά τις δευτερογενείς. Είναι φυσικό ορισμένες πολιτικές να εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα ορισμένων συμμετεχόντων από εκείνα των άλλων. Είναι απαράδεκτο και επομένως ανεφάρμοστο να εξυπηρετούν όλες οι κοινές πολιτικές καλύτερα τα συμφέροντα μερικών μελών της ομάδας κρατών εις βάρος των υπολοίπων. Πράγματι, κανένα μέρος ενός εγχειρήματος πολυεθνικής ολοκλήρωσης μπορεί να αισθάνεται ότι τα εθνικά του συμφέροντα βλάπτονται διαρκώς και συστηματικά από τις προτεινόμενες κοινές πολιτικές. Αλλά, από την άλλη πλευρά, κανένα μέρος ενός τέτοιου εγχειρήματος μπορεί να παρακωλύει συστηματικά τις κοινές πολιτικές ισχυριζόμενο ότι δεν εξυπηρετούν πλήρως τα συμφέροντά του. Επομένως, όλα τα μέρη μιας διαδικασίας πολυεθνικής ολοκλήρωσης πρέπει να είναι διατεθειμένα να δεχτούν συμβιβαστικές λύσεις που διαμορφώνουν οι διάφορες κοινές πολιτικές, και ενίοτε, να κάνουν παραχωρήσεις σε ένα πεδίο, αναμένοντας οφέλη σε άλλα πεδία. Οι εκατοντάδες αποφάσεις που παίρνονται κάθε χρόνο από τα θεσμικά όργανα της ΕΚ/ΕΕ καταδεικνύουν ότι τα μέλη της παίζουν το παιχνίδι σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα. Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

    Μια κοινή πολιτική μπορεί να εξελιχθεί υπό δύο έννοιες: υπό την έννοια της νομικής εξέλιξης, η οποία χρειάζεται για να παρακολουθεί την οικονομική και τεχνική πρόοδο στο πεδίο που καλύπτει· και υπό την έννοια της επέκτασης του πεδίου της, η οποία μπορεί να χρειάζεται για να καλύψει δευτερεύουσες ανάγκες που είχαν παραμεληθεί κατά την αρχική διαμόρφωσή της ή νέες ανάγκες, οι οποίες είτε παρουσιάζονται κατά την εφαρμογή των αρχικά θεσπισθέντων μέτρων, είτε δημιουργούνται από το γεωπολιτικό περιβάλλον της στιγμής. Επιπλέον, μια κοινή πολιτική τείνει να διεισδύει στα πεδία άλλων κοινών πολιτικών, να δημιουργεί νέες ανάγκες, να προκαλεί αντενέργειες και να ευνοεί την ανάπτυξη τους. Έτσι, οι κοινές πολιτικές διασυνδέονται στενά μεταξύ τους, αλληλοϋποστηρίζονται, αλληλοβοηθούν την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό τους και, κατ' αυτούς τους τρόπους, προάγουν τη διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης.

    Οι κυβερνήσεις που επιλέγουν τη διαδικασία ολοκλήρωσης δια της « κοινοτικής μεθόδου » δεν μπορούν να την εφαρμόσουν αμέσως σε όλους τους οικονομικούς τομείς και ακόμη λιγότερο σε μη οικονομικά πεδία. Δεδομένου ότι η διαδικασία ολοκλήρωσης είναι εξελικτική, οφείλουν να προχωρήσουν βήμα βήμα και να εφαρμόσουν τη μέθοδο ολοκλήρωσης, δηλαδή την κοινοτική μέθοδο, πρωταρχικά, για την εξάλειψη των σημαντικότερων εμποδίων που παραβλάπτουν τις οικονομικές σχέσεις των κρατών τους. Καθώς λύνουν την πρώτη σειρά των προβλημάτων αντιμετωπίζουν μια πληθώρα μικρότερων προβλημάτων, τα οποία επίσης απαιτούν επίλυση για την επίτευξη της καλής λειτουργίας των αγορών τους. Αν οι συμμετέχοντες παίζουν το παιχνίδι ακολουθώντας τους κανόνες που οι ίδιοι έχουν ορίσει στη Συνθήκη, θα έχουν την τάση να αναπτύσσουν και να πολλαπλασιάζουν τις κοινές πολιτικές σύμφωνα με τις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες τους. Αυτό συμβαίνει γιατί οι κοινές πολιτικές, όπως όλες οι δημόσιες πολιτικές, υπάρχουν για να εξυπηρετούν τις ανάγκες μιας ορισμένης κοινωνίας ανθρώπων σε μια δεδομένη στιγμή. Αυτές οι ανάγκες μεταβάλλονται και πολλαπλασιάζονται συνεχώς. Επομένως, όχι μόνον οι στόχοι που τα κράτη μέλη θέτουν για κάθε κοινή πολιτική, αλλά και τα μέσα που παρέχουν στα κοινά θεσμικά όργανα για να τους επιτύχουν και τα μέτρα που εκείνα παίρνουν για να τις εφαρμόσουν πρέπει να αντιστοιχούν στις νέες και μεταβαλλόμενες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες των κρατών, τα οποία συμμετέχουν στη διαδικασία ολοκλήρωσης.

    Καθώς οι λύσεις στα ανακύπτοντα προβλήματα πρέπει να γίνουν αποδεκτές από όλους (ως προς τις θεμελιώδεις πολιτικές) ή τουλάχιστον τους περισσότερους συμμετέχοντες (ως προς τις δευτερεύουσες πολιτικές) και ο συμβιβασμός των εμπλεκομένων συμφερόντων μπορεί μερικές φορές να απαιτεί πολυετείς προσπάθειες, η διαδικασία ολοκλήρωσης είναι αναγκαστικά αργή. Έως ότου βρεθεί η βέλτιστη λύση σε ένα πρόβλημα με την κοινοτική μέθοδο, οι πρωταγωνιστές της διαδικασίας ολοκλήρωσης συχνά καταφεύγουν σε διακυβερνητική συνεργασία, ώστε να θέσουν κοινούς στόχους, να αξιολογήσουν τις καλύτερες πρακτικές για την επίτευξή τους και, κυρίως, να αποφύγουν τη διεύρυνση των διαφορών μεταξύ των πολιτικών τους επί του θέματος. Εξ αυτού προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσης, όλες οι οικονομικές πολιτικές και ένας αυξανόμενος αριθμός μη οικονομικών πολιτικών επιδιώκονται μερικά με κοινά μέτρα και μερικά με μέτρα διακυβερνητικής συνεργασίας, η κυριότερη διαφορά μεταξύ των οποίων είναι ότι τα πρώτα έχουν υποχρεωτική ισχύ ενώ τα δεύτερα όχι. Τα μέτρα διακυβερνητικής συνεργασίας χρησιμεύουν ως μαθητεία και συχνά ανοίγουν τον δρόμο για κοινές πολιτικές, οι οποίες διαμορφώνονται και λειτουργούν με την κοινοτική μέθοδο. Συνάγεται από τα προηγούμενα ότι η διακυβερνητική μέθοδος και η κοινοτική μέθοδος είναι συμπληρωματικές, αλλά ότι η δεύτερη τείνει να αντικαθιστά την πρώτη σε έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό πεδίων, καθώς εξελίσσεται η διαδικασία ολοκλήρωσης. Το αντίθετο δεν συμβαίνει, εφόσον η διακυβερνητική συνεργασία δεν διαθέτει τους θεσμούς που χρειάζονται για τη διαχείριση της κοινοτικής μεθόδου.

    Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    Terasoft